Translate

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜYΛΙΑ (Β.ΘΡΑΚΗ)

ΣΩΖΟΠΟΛΙΣ

Κτίσθηκε γύρω στο 600 π.χ, στα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου, από τους Μιλησίους (κατοίκους των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας), που έδωσαν στην αποικία το όνομα Απολλωνία.

Μια πελώρια σταυρόσχημη άγκυρα πάνω στα νομίσματά της, μαζί με το αρχικό Αλφα από τη μια μεριά και μια καραβίδα από την άλλη, δήλωναν τον ναυτικό χαρακτήρα αυτής της σημαντικής πόλης, που υπήρξε μεγάλος λιμενικός και αλιευτικός σταθμός. Πλήθος ναυτόκοσμου έσωσαν ο Απόλλωνας και οι Απολλωνιάτες από τις τρικυμίες και τα ύπουλα βράχια στα ανοιχτά της χερσονήσου. Κι’ όταν, αιώνες αργότερα, οι νεοφώτιστοι χριστιανοί δεν μπορούσαν να ζουν στην πόλη που έφερε το όνομα του αρχαίου θεού, μετονόμασαν την Απολλωνία και της έδωσαν ένα χριστιανικό όνομα. Φρόντισαν όμως να διατηρηθεί το νόημα της σωστικής παράδοσης που είχε η παλαιότατη αποικία. Γι’ αυτό ονόμασαν την πόλη τους Σωζόπολη. Στο πεταλόσχημο λιμάνι της ναυλόχησε συχνά ολόκληρος ο Βυζαντινός στόλος της Μαύρης Θάλασσας, ενώ οι Σωζοπολίτες ναυτικοί και ψαράδες έσπευδαν πάντα με τα καΐκια τους να μαζεύουν τους καραβοτσακισμένους ναυαγούς, που πάλευαν με τα κύματα μπροστά στα τρία νησάκια της χερσονήσου.

Τον άγιο Ζώσιμο, τον τοπικό μάρτυρα των πρωτοχριατιανικών χρόνων, οι συμπατριώτες του Σωζοπολίτες λάτρευαν για τις αμέτρητες θαυματουργικές σωτήριες επεμβάσεις του, όπως παλιότερα οι Απολλωνιάτες τον Απόλλωνα, που ήταν από τη φύση του θεραπευτής και σωτήρας και του οποίου το τεράστιο άγαλμα (13 μέτρα) δέσποζε στην πόλη τους.

Η Σωζόπολη κατά την μακραίωνη ζωή της γνώρισε πολλούς καταχτητές: Ρωμαίους, Γότθους, Βουλγάρους, Λατίνους, Γενουάτες, Τούρκους (1453) και τελικά έμεινε στα χέρια των Βουλγάρων (1885)

Υστερα από τις αφόρητες πιέσεις των Βουλγάρων, η ελληνική αυτή πόλη, που το 1905 αριθμούσε 3.400 κατοίκους, εγκαταλείφθηκε από τους Έλληνες κατοίκους της.

ΜΕΣΗΜΒΡΙΑ

Παραθαλάσσια πόλη της Θράκης στα σύνορα της Κάτω Μοισία, στον Εύξεινο Πόντο.

Είναι αρχαιότατη πόλη. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ιδρύθηκε γύρω στο 493 π.χ. από αποίκους του Βυζαντίου κυρίως και από Καρχηδόνιους. Σύμφωνα όμως με τον Στράβωνα και άλλους, κτίσθηκε από αποίκους Μεγαρείς και ονομαζόταν πρώτα Μενεβρία από τον αρχηγό των αποίκων Μένα και από τη Θρακική λέξη βρία που σημαίνει πόλη. Η μεγάλη ικανότητα των κατοίκων της στα ναυτικά και ο φυσικός πλούτος της γύρω χώρας την οδήγησαν σε μεγάλη ακμή.

Η Μεσημβρία υπήρξε αυτόνομη και διατήρησε μερικώς την αυτονομία της και κάτω από την εξουσία των Θρακών βασιλιάδων, καθώς επίσης του Φιλίππου και του Αλέξανδρου, μέχρι το Λυσίμαχο, που την ανάγκασε να πληρώνει φόρους. Εξ’ αιτίας της στρατηγικής της θέσης, του φυσικού πλούτου και της δραστηριότητας των κατοίκων της έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Εκεί ανατράφηκε κατόπιν ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο ‘Ισαυρος (717-741). Κοντά στη Μεσημβρία στις 13 Απριλίου 814 έπαθε φοβερή πανωλεθρία ο ηγεμόνας των Βουλγάρων Κρούμος από τον Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο. Ύστερα, για 70 περίπου χρόνια, η Μεσημβρία με τις γειτονικές πόλεις απόλαυσε σχετική ησυχία. Κατά την 4η Σταυροφορία την κατέλαβαν οι Βούλγαροι και μετά οι Βυζαντινοί, μέχρι το 1300, οπότε για λίγο χρονικό διάστημα την πήραν οι Βούλγαροι μέχρι που την κατέλαβαν οι Τούρκοι το 1453. Από την εποχή αυτή παρέμεινε τουρκική μέχρι την ίδρυση της βουλγαρικής ηγεμονίας (1878). Από το 1885 προσαρτήστηκε στη Βουλγαρία.

Μέχρι το 1906 την κατοικούσαν αποκλειστικά ‘Ελληνες. ‘Ηταν έδρα επισκόπου και διατηρούσε σπουδαία σχολεία. Μετά τους διωγμούς του 1906 οι ‘Ελληνες της Μεσημβρίας κατέφυγαν στην Ελλάδα

ΠΥΡΓΟΣ

Τουρκικά και Βουλγαρικά λέγεται Μπουργάς που σημαίνει Πύργος. Βρίσκεται στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και είναι πόλη της Βόρειας Θράκης.

Από τη μια και από την άλλη μεριά της πόλης βρίσκονται δύο αβαθείς λίμνες, η λίμνη του Αθανασιοχωρίου και η λίμνη του Βαγιαχωρίου. Το όνομα του Πύργου είναι φανερό ότι προήλθε από κάποιο βυζαντινό πύργο.

Ο Μανουήλ Φυλής κατά τον 14ο αιώνα αναφέρει ένα χωριό Πύργο κοντά στην Σκαφίδα και το Ρουσόκαστρο. Το 1900 αριθμούσε 12.000 περίπου κατοίκους, από τους οποίους πάνω από 4.000 ήσαν ‘Ελληνες. Μετά την προσάρτηση του Πύργου από την Βουλγαρία (1885) αλλιώθηκε ο πληθυσμός του Πύργου εις βάρος των Ελλήνων, γιατί πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα, ύστερα από τις πιέσεις των Βουλγάρων και από την άλλη μεριά πλήθος Βουλγάρων κατοίκησαν την πόλη.

Η ελληνική κοινότητα Πύργου υπαγόταν στη μητρόπολη Αγχιάλου και είχε πέτρινη εκκλησιά σε ρυθμό βασιλικής, που ήταν αφιερωμένη στην κοίμηση της Θεοτόκου. Είχε ακόμα, εξατάξια Αστική Σχολή αρένων, άλλη τέτοια Θηλαίων και νηπιαγωγείο με 400 περίπου μαθητές και 12 διδάσκοντες. Είχε ακόμα αι δύο συλλόγους την «Πρόοδο» που ήταν φιλοεκπαιδευτικός Σύλλογος και την «Ομόνοια» που ήταν φιλόπτωχος Σύλλογος Κυριών. Το 1906 ύστερα από το ανθελληνικό κίνημα στη Βουλγαρία, τα ιδρύματα των Ελλήνων πάρθηκαν από τους Βουλγάρους. Από τότε άρχισε το ξερίζωμα των Ελλήνων, ύστερα από στέρηση των εκκλησιών και των σχολείων. Προπολεμικά διατηρούσαν ακόμα τον εθνισμό τους γύρω στις 50 οικογένειες.

ΑΓΧΙΑΛΟΣ

Από τα τέλη του 6ου π.χ αιών. Η Αγχίαλος που ιδρύθηκε από Απολλωνιάτες αποίκους, έγινε ένα κέντρο αγροτικό και ναυτικό-αλιευτικό. Στις επίσημες βυζαντινές πηγές την βρίσκουμε συνήθως με το αρχαίο της όνομα και σπανιότερα με το λαϊκό. Οι Αγχιαλίτες όμως ονόμαζαν την πατρίδα τους Αχελώ. Η αρχαία-πρωτοχριστιανική πόλη καταπονίστηκε στην διάρκεια των σεισμών του 8ου αιώνα και έτσι δεν έχει σωθεί τίποτα από τις δύο πρώτες φάσεις της ζωής της. Η πόλη που συνέδεσε το όνομά της με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Ε’, ο οποίος οργάνωσε το 756 ως το 775, με στρατό και στόλο, εννέα συνδυασμένες εκστρατείες εναντίον των Βουλγάρων, βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα τείχη της έγιναν ύφαλοι στ’ ανοιχτά της νέας πόλης, που ανοικοδομήθηκε από τους βυζαντινούς το 786. Κανένα καράβι δεν μπορούσε να πλησιάσει την Αχελώ. Μόνο οι Αχελινοί γνώριζαν το πέρασμα ανάμεσα στα τείχη-ύφαλα. Κι ώσπου να μπει ο φάρος στο πέλαγος, όλοι οι μαυροθαλασσίτες ναυτικοί έτρεμαν τα νερά της Αγχιάλου. Μα κοντά στη ναυτική και ψαρική τέχνη οι Αχελινοί είχαν και την αμπερουργική. Κατάφυτη από αμπέλια ήταν η περιφέρειά τους και τα οκτώ διαφορετικά είδη που παρήγαγαν κάλυπταν εκλεκτές ποιότητες ψιλόφλουδων άσπρων, κιτρινωπών, ροζακιών, κόκκινων, μοσχάτων και γλυκών σταφυλιών.

Με τις ευλογίες του θεού Απόλλωνα, του θεού Διόνυσου καιτου Αγίου Τρύφωνα αργότερα, οι Αχελινοί έφτασαν στις αρχές του αιώνα μας να έχουν περίπου 3.000.000 κλήματα. Κάθε 1η Φεβρουαρίου, στη γιορτή του Αι Τρίφ’, μετά τη λειτουργία όλος ο κόσμος έπαιρνε αγιασμό κι’ έβαινε να ραντίσει τα αμπέλια, για να έχουν καλή καρποφορία.

Τα περισσότερα δημητριακά, όπως και τις μεγάλες ποσότητες βοοειδών που εμπορεύονταν οι Αχελινοί, τα αγόραζαν από τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους της ενδοχώρας. Στη διάρκεια της αρχαιότητας προμηθευτές ήταν οι αρχηγοί των Θρακικών πληθυσμών της πεδιάδας και τωνβουνών. Οι Αγχιαλοί έδιναν στους Θράκες και αλάτι. Υπήρχαν τεράστιες αλυκές και από αυτή την εκμετάλλευση ερχόταν το μεγαλύτερο έσοδο στην πόλη.

Μόλις κατέλαβαν οι Οθωμανοί το μικρό δεσποτάτο των Παλαιολόγων στον Εύξεινο Πόντο (η Αγχίαλος, η κοντινή Μεσημβρία και τα περιορισμένα εδάφη που τις περιέβαλαν ήταν το μοναδικό τμήμα της θρακικής γης, μαζί με τα εδάφη γύρω από την Κωνσταντινούπολη, που βρίσκονταν ως το 1453 υπό βυζαντινή διοίκηση), ο Σουλτάνος παραχώρησε τις αλυκές της Αγχιάλου στην μεγάλη βυζαντινή οικογένεια των Κατακουζηνών. Εκεί στο πλούσιο αγροτικο-εμπορικό-λιμενικό κέντρο, έζησε ένας κλάδος των Κατακουζηνών-Παλαιολόγων.

Το 1878 υπήχθηκε στη βουλγαρική ηγεμονία και το 1885 προσαρτήστηκε στη Βουλγαρία. Το 1906 πυρπολήθηκε από τους Βουλγάρους και οι Έλληνες που απέμειναν ζωντανοί κατέφυγαν, σχεδόν όλοι, στην Ελλάδα.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΗ

Η Φιλιππούπολη πριν και μετά την Ρωμαϊκή κατάσταση

Η Φιλιππούπολη μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Αυγούστου είχε αυτονομία. Διοικούταν όπως οι πόλεις των παραλίων της Θράκης έχοντας δικιά της βουλή και δήμο, πλήρωνε όμως φόρους στους Θράκες Οδρύσους. Την αυτονομία κράτησε και στην ρωμαϊκή εποχή. Στην εποχή του Αυγούστου οι Οδρύσες, με τη βοήθεια των Ρωμαίων, κυριάρχησαν σ’ όλη τη Θράκη κι έκαναν τη Φιλιππούπολη δεύτερη πρωτεύουσά τους μετά τη Βιζύη. Στην εποχή της Ρωμαιοκρατίας γνώρισε μεγάλη ακμή, γιατί πέρασε από κοντά της ο μεγάλος στρατιωτικός δρόμος της Κυψέλης προς τη Σαρδική (την σημερινή Σόφια). Στη Φιλιππούπολη είχε την έδρα του ο Ρωμαίος διοικητής της Θράκης. Το 251 μ.χ καταστράφηκε από τους επιδρομείς Γότθους, οι οποίοι κατέσφαξαν γύρω στους 100.000 κατοίκους της, ξαναχτίστηκε όμως γρήγορα και απόκτησε την παλιά της φήμη.

Σύντομη ιστορία της Φιλιππούπολης κατά τον 19ον αιώνα και μέχρι το 1906

Όταν άρχισε ο 19ος αιώνας οι κάτοικοι της Φιλιππούπολης ήταν Τούρκοι, ‘Ελληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι. Οι Βούλγαροι που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτή φαίνεται ότι είχαν εξελληνιστεί. Από το 1861 όμως οι πρώην ελληνόφωνοι Βούλγαροι αποσπάστηκαν από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και αποτέλεσαν ιδιαίτερη βουλγαρική κοινότητα με ξεχωριστά σχολεία και εκκλησίες που υποτάχθηκαν από το 1872 στην θρησκευτική δικαιοδοσία της βουλγαρικής εξαρχίας με Βούλγαρο Μητροπολίτη. ‘Υστερα από την συνθήκη του Βερολίνου (1878) ορίστηκε πρωτεύουσα της αυτόνομης επαρχίας της Ανατολικής Ρουμελίας. Το 1885 με την αναίμακτη επανάσταση των Βουλγάρων καταλύθηκε το καθεστώς αυτό και η επαρχία της Ανατολικής Ρουμελίας ενώθηκε με την ηγεμονία της Βουλγαρίας και η Φιλιππούπολη έγινε επαρχιακή πόλη της. ‘Όταν πραγματοποιήθηκε το μεγάλο ανθελληνικό κίνημα του 1906 στη Βουλγαρία, διαλύθηκε η Ελληνική κοινότητα και τα περίφημά της ιδρύματα κατασχέθηκαν. Αυτό ανάγκασε τους Φιλιππουπολίτες σε ολικό εκπατρισμό στη μητέρα Ελλάδα και έτσι εκμηδενίστηκε ο ελληνισμός που υπήρχε πάνω από 2000 χρόνια.

Πρέπει να τονιστεί ότι στα μέσα του 19ου αιώνα προσδιορίζεται χρονικά η κατακόρυφη άνοδος της οικονομικής κυριαρχίας του ελληνικού στοιχείου της Φιλιππούπολης, το οποίο επέκτεινε τις συναλλαγές του σε ολόκληρο τον οθωμανικό και τον εμπορικό χώρο. Πολλά ελληνικά ονόματα δέσποσαν για δεκαετίες ολόκληρες στο εμπόριο του τόπου, που διέθεταν εμπορικά καταστήματα σε ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατορία, στην Κωνσταντινούπολη και στην Βιέννη. Δύο μεγάλες ελληνικές οικογένειες της Φιλιππούπολης κυριάρχησαν ολόκληρο τον 19ο αιώνα στην οικονομική ανάπτυξη της Βόρειας Θράκης. Οι οικογένειες Κοϊμτζόγλου και Γκιουμουσγκερδάνη. Το εξωτερικό εμπόριο παρουσίαζε τεράστια άνοδο. Τα αγροτικά προϊόντα κάλυπταν περισσότερο από τα ¾ της συνολικής εξαγωγικής αξίας. Στο εισαγωγικό εμπόριο της Φιλιππούπολης η Γαλλία συμμετείχε με το μεγαλύτερο ποσοστό και ακολούθησαν η Αγγλία η Γερμανία και άλλες χώρες.

ΣΤΕΝΗΜΑΧΟΣ

Πόλη της Θράκης χτισμένη σε απόσταση 20 χιλ. περίπου ΝΑ της Φιλιππούπολης. Παρ’ όλο που είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Θράκης, πρώτη φορά γίνεται λόγος γι’ αυτή το 1803, στο τυπικό της Μονής της Πετριζονίτισσας, η οποία σήμερα ονομάζεται Βατσκόβου και κοντά σ’ αυτή σώζεται το φρούριο της Στενημάχου, στο οποίο υπάρχει ωραία εκκλησία, που οι Στενημαχίτες την ονομάζουν «Παναγιά του Καλέ». Κατά πάσα πιθανότητα το φρούριο αυτό χτίστηκε από τον Ιουστινιανό και επί Αλεξίου του Κομνηνού ονομαζόταν Περιτζός, από την ομώνυμη πόλη που βρισκόταν κοντά σ’ αυτή.

Μέχρι το 1906, που ξέσπασαν οι γνωστοί διωγμοί, η Στενήμαχος διατηρούσε την ελληνικότητά της. Λειτουργούσαν σ’ αυτή πολλά σχολεία, στα οποία φοιτούσαν 1.200 μαθητές και μαθήτριες. Υπήρχαν επίσης 10 εκκλησίες και 40 περίπου παρεκκλήσια.

Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει ανάμεσα στους ιστορικούς και φιλολόγους για την προέλευση της ονομασίας Στενήμαχος. Από τους Έλληνες μελετητές, άλλοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για παραφθορά του αρχαιοτάτου τοπωνυμίου Ιστιεομάχη, επειδή τον 5ο π.χ αιώνα ο τόπος αυτός απετέλεσε, ύστερα από πολλές μάχες, αποικία 3.οοο Ιστιέων της Εύβοιας, άλλοι πιστεύουν ότι το τοπωνύμιο είναι μεσαιωνικό και προέρχεται από τη λέξη στενομάχος, δηλαδή εκείνος που μάχεται στα στενά, επειδή η κωμόπολη βρίσκεται πάνω από ένα βαθύ φαράγγι, άλλοι θεωρούν πιθανό πως κάποιος Σθενέμαχος, χαμένος ήρωας του 10ου ή του 11ου αιώνα, έδωσε τα’ όνομά του στον τόπο.

ΚΑΒΑΚΛΗ

Ελληνική πόλη χτισμένη σε απόσταση 40 χιλ. βόρεια από την Αδριανούπολη, στις βορειανατολικές πλαγιές του «Σακάρ Πλάνινα».

Δεν είναι ακριβώς γνωστό πότε χτίστηκε το Καβακλή, όμως η παράδοση αναφέρει πως ήταν ένα μικρό χωριό, στο οποίο από το τέλος του 18ου αιώνα άρχισαν να συγκεντρώνονται ‘Ελληνες από την ‘Ηπειρο, που έφευγαν για να γλυτώσουν από τις διώξεις του Αλή Πασά. ‘Ετσι από άσημο μικρό χωριό εξελίχθηκε σιγά-σιγά σε πραγματική μικρή πολιτεία.

Βουλγάρους κατοίκους δεν είχε καθόλου το Καβακλή, εκτός από λίγους δημοσίους υπαλλήλους με τις οικογένειές τους, κι αυτούς ύστερα από το 1885.

Στα χρόνια του αυτονομιακού καθεστώτος της Ανατολικής Ρωμυλίας (1978-1885), το Καβακλή ήταν Δήμος καθαρά ελληνικός και πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας με δικό του Δικαστήριο και Έλληνες δημοσίους υπαλλήλους. Από εκκλησιαστικής απόψεως υπαγόταν αρχικά στη Μητρόπολη Αδιανουπόλεως και μετά την προσάρτηση της Ανατ. Ρωμυλίας στο Βουλγαρικό κράτος το 1885, στην ελληνική Μητρόπολη της Φιλιππούπολης μέχρι το 1906.

Το Καβακλή είχε κατά την περίοδο αυτή 20-25.000 Έλληνες κατοίκους, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στη μητέρα Ελλάδα. Τελειώνοντας πρέπει να ν’ αναφέρουμε πως στο Καβακλή υπήρχαν δύο τετρατάξια δημοτικά σχολεία, μια τριτάξια Αστική σχολή και τρία νηπειαγωγία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μέχρι το 1890 στα σχολεία αυτά, που ήταν καθαρά ελληνικά φοιτούσαν και τα παιδιά των Βουλγάρων δημοσίων υπαλλήλων

Συγκέντρωση και επεξεργασία υλικού

Ευσταθοπούλου Ανθούλα

Πρόεδρος ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Ν.ΣΕΡΡΩΝ

Σέρρες 8/11/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια: