Translate

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Η ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ (ΒΗΜΑ)

Η υφαλοκρηπίδα και το «αγκάθι» του Καστελόριζου

ΣΕ ΟΡΙΣΤΙΚΗ λύση του προβλήματος του Αιγαίου διά της επιστροφής στο... παρελθόν προσανατολίζεται ο κ. Γ. Παπανδρέου.
Ο Πρωθυπουργός κατέστησε σαφείς τις προθέσεις του μέσω της απαντητικής επιστολής του στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ζητώντας να τεθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα- α λα Ελσίνκι- για την κατάληξη
των διερευνητικών επαφών. Η ελληνική πλευρά, διά των δημοσίων δηλώσεων τόσο του Πρωθυπουργού όσο και του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών κ. Δ. Δρούτσα,
επιμένει ότι είναι έτοιμη να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Είναι όμως αυτό το μόνο θέμα; Ή μια μελλοντική προσφυγή θα αφορά γενικότερα το νομικό καθεστώς του Αιγαίου; «Το κείμενο που δόθηκε
στη δημοσιότητα αναφέρεται σε προβλήματα, όχι μόνο στην υφαλοκρηπίδα»
σχολιάζει πηγή που έχει ασχοληθεί επί μακρόν με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. «Αν η διαδικασία που θα ακολουθηθεί είναι η ίδια που ξεκίνησε μετά τη Συμφωνία του Ελσίνκι,τότε η επιστολή Παπανδρέου αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι η προσφυγή στη Χάγη θα αφορά όλα τα θέματα επί των οποίων υπήρξε ασυμφωνία» εξηγεί.

Στο θέμα της υφαλοκρηπίδας η ελληνική πλευρά έχει επιδιώξει να αποφύγει το κλείσιμο ελληνικών νησιών σε τουρκική υφαλοκρηπίδα. Για τον σκοπό αυτό είχε εξεταστεί η ανταλλαγή περιοχών, με την προσφορά π.χ. μεγαλύτερου κομματιού στους Τούρκους στην έξοδο των Δαρδανελίων. Σε ζήτημα-αγκάθι ωστόσο, λόγω των ερευνητικών δραστηριοτήτων της Αγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο, θα μπορούσε να αναδειχθεί το Καστελόριζο. Ο κ. Παπανδρέου κάνει ρητή αναφορά στην επιστολή του για αποφυγή τέτοιων ενεργειών σε υφαλοκρηπίδα που δεν έχει οριοθετηθεί.

Γεωγραφικά το Καστελόριζο δεν ανήκει στο Αιγαίο. Αν όμως εξεταστεί ως ειδική περίπτωση, ίσως επικρατήσουν κριτήρια δυσμενέστερα για την ελληνική πλευρά. Εμπειροι διπλωμάτες υπενθυμίζουν πρόσφατη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την οριοθέτηση των θαλασσίων συνόρων μεταξύ Ρουμανίας και Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα που «φωτογραφίζει» την περίπτωση του Καστελόριζου και προσεγγίζει τις τουρκικές θέσεις οι οποίες συμπυκνώνονται στο επιχείρημα ότι ένα νησί τόσο απομονωμένο από τον ελληνικό ηπειρωτικό κορμό δεν μπορεί να περιορίζει τόσο πολύ την τουρκική υφαλοκρηπίδα.

Κατά την προηγούμενη εντατική διαπραγμάτευση, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, ο βασικός, αν και ανομολόγητος, στόχος της Αθήνας ήταν η επέκταση των χωρικών υδάτων που θα συνοδευόταν από την εναρμόνισή τους με τον εναέριο χώρο. «Το εύρος χωρικών υδάτων και εναερίου χώρου πρέπει να καθοριστεί από εμάς και όχι από το Δικαστήριο. Ιδιαίτερα το πρώτο είναι κρίσιμο, διότι αποτελεί το εσωτερικό όριο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας» σημειώνουν διπλωματικές πηγές. Η επέκταση των χωρικών υδάτων στα οκτώ ή εννέα ναυτικά μίλια, με τις απαραίτητες προσαρμογές, ανάλογα με την περιοχή, θεωρούνταν σύμφωνα με πληροφορίες εφικτός στόχος από την Αθήνα. Θα συνεπαγόταν όμως και απεμπόληση του δικαιώματος περαιτέρω επέκτασης στο μέλλον; Το ερώτημα αυτό διατυπωνόταν στο άκρως απόρρητο ενημερωτικό υπόμνημα που είχε παραδώσει μετά τις εκλογές του 2004 ο πρώην υπουργός Εξωτερικών κ. Τ.Γιαννίτσης στον κ. Π. Μολυβιάτη. Στο υπόμνημα Γιαννίτση διατυπώνονταν προβληματισμοί και για τις πραγματικές προθέσεις της Αγκυρας με την καινοφανή θεωρία των «γκρίζων ζωνών». Πρόκειται για διαπραγματευτικό χαρτί ώστε να σπάσει την ομοιογένεια του χώρου των Δωδεκανήσων ή η Τουρκία έχει εδαφικές διεκδικήσεις; Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», ο κ. Παπανδρέου ρώτησε τον κ. Ερντογάν, όταν τον συνάντησε τον περασμένο Οκτώβριο στην Κωνσταντινούπολη, αν η Αγκυρα έχει εδαφικές βλέψεις. Εκείνος φέρεται να απάντησε αρνητικά. «Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος» λέει διπλωματική πηγή, ακόμη και αν τα νομικά όπλα που έχει στη «φαρέτρα» της η Αθήνα, όπως η ιταλοτουρκική συμφωνία του 1932 και η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, θεωρούνται ισχυρά.

Διπλωματικοί κύκλοι προειδοποιούν πάντως ότι με την επιστολή Παπανδρέου «ανοίγει η πόρτα να πάνε στη Χάγη όλα τα θέματα που θέτει στο τραπέζι η Αγκυρα, μεταξύ των οποίων οι “γκρίζες ζώνες” και η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου». Οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι μια τέτοια εξέλιξη «θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ακόμη και την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας». Και αναρωτιούνται: «Ποιος είναι αυτός που θα εγγυηθεί την εφαρμογή μιας πιθανής συμφωνίας;». Επιπλέον, όσοι ασκούν κριτική στις επιλογές Παπανδρέου τονίζουν ότι στην παρούσα συγκυρία οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία θα γίνουν με την πλάστιγγα να γέρνει προς την πλευρά της Αγκυρας. Και αυτό καθώς η Ουάσιγκτον φλερτάρει ανοιχτά με την κυβέρνηση Ερντογάν, την οποία θεωρεί «κομβικό παίκτη» για τη διαχείριση μετώπων όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Τούρκικος χάρτης

Δημήτριος Δήμου
αντιστράτηγος ε.α.

Αναδημοσίευση απο ΑΝΤΙΒΑΡΟΝ
Έχω πολλές φορές πεί από αυτή τη στήλη, ότι οι Τούρκοι όταν θέλουν να πούν κάτι το πολύ βαρυσήμαντο προκλητικό και οχληρό, τότε βγαίνει ένας μπροστάρης συνήθως απόστρατος υψηλόβαθμος Πρέσβης ή Στρατηγός, ή κάποια Εφημερίδα, και προλειαίνουν το έδαφος πρίν μιλήσει η Τουρκική Κυβέρνηση, ώστε το θέμα να γίνει πιο εύληπτο όταν διακηρυχθεί επισήμως η Τουρκική απαίτηση. Είχα επίσης επισημάνει ότι το φιλοτουρκικό κατεστημένο του Αμερικανικού Πενταγώνου, επίτηδες διέρρευσε πριν ένα χρόνο την έκθεση με το Χάρτη του Κουρδικού Κράτους του απόστρατου συνταγματάρχη-συγγραφέα
Ralf Peters, ώστε να αντιδράσουν έγκαιρα και αποτελεσματικά οι Τούρκοι. Πραγματικά η Τουρκική Κυβέρνηση έδρασε αστραπιαία και προσέξτε τη Τουρκική μεθοδολογία και συγκρίνετέ την με τη δραστηριότητα του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών.

Πρώτα η Τουρκία διαμαρτυρήθηκε έντονα στις μεγάλες δυνάμεις και κυρίως στην Αμερική από την οποία και απέσπασε τη συγκατάθεση, να ενεργοποιήσει το πτέραρχο και τέως ανώτατο διοικητή του ΝΑΤΟ Josef Ralston, ο οποίος τοποθετήθηκε στην σημαντικότατη θέση του συντονιστή τριών Κυβερνήσεων, Τουρκίας, ΗΠΑ και Ιράκ. Ο πτέραρχος σεσημασμένος φιλότουρκος με το αζημίωτο, και αντιπρόεδρος του Αμερικανοτουρκικού Ινστιτούτου, από της τοποθετήσεως του στην Άγκυρα, αποδύθηκε σε ένα υπερ πάντων αγώνα για την προώθηση των Τουρκικών Στρατηγικών συμφερόντων. Έτρεξε και κτύπησε όλες τις πόρτες στην Αμερική για το άδικο της σύστασης Κουρδικού κράτους, μια και οι ΗΠΑ μαζί με τη Τουρκία αντιμετωπίζουν …σθεναρά τη τρομοκρατία και εν προκειμένω αυτή του ΡΚΚ. Ο Ralston είναι εκείνος που κατάφερε στη Γερουσία να ανασταλεί το ψήφισμα για τη σφαγή των Αρμενίων. Οι Τούρκοι αφού κατάφεραν έτσι να βγούν λάδι από αυτές τις περιπέτειες, κυκλοφόρησαν δια της εφημερίδος ΓΚΙΟΥΝΈΣ το Τουρκικό χάρτη με τις εξελίξεις στη περιοχή. Όπως χαρακτηριστικά γράφει η Γκιουνές «χάρτη θέλατε, ιδού ο χάρτης σας». Στο Τουρκικό αυτό χάρτη εκδηλώνονται και διακηρύσσονται περίτρανα όλες οι μύχιες σκέψεις του Τουρκικού κατεστημένου και μπαίνουν ξεκάθαρα οι διεκδικήσεις σε βάρος του Ελληνισμού, γεγονός που μπορεί να ερμηνεύσει κατά τρόπο αντικειμενικό όλες τις μέχρι τώρα μεθοδεύσεις της Άγκυρας.

Να τι έχουν στο μυαλό τους οι Τούρκοι όταν παρανομούν με παραβιάσεις και παραβάσεις στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, όταν παρά την Ευρωπαϊκή πίεση διατηρούν το casus belli Να τι ζητάνε ποικιλοτρόπως στη Θράκη με την κατάσταση που έχουν δημιουργήσει εκεί. Προχθές δόθηκε άδεια στο Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών να επισκεφθεί τη Θράκη, για να μας βγάλει τα μάτια. Δεν είχαμε το κουράγιο να πούμε «όχι» στην ενθάρρυνση των ανθελλήνων. Επι της ουσίας λοιπόν, ο χάρτης δείχνει τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας κυρίως κατά της Ελλάδος, έχοντας συμπεριλάβει στην Τουρκική επικράτεια την Θράκη την Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης, όλα τα νησιά του Αιγαίου τη Κρήτη και ολόκληρη τη Κύπρο. Η Κατερίνη, η Εύβοια και η Πελοπόννησος καθίστανται, σύμφωνα με το χάρτη αυτό, οι νέες παραμεθόριες περιοχές της Ελλάδος. Εξυπακούεται ότι το Β. Ιράκ με όλες τις πετρελαιοπηγές του και η Αρμενία, καθίστανται Τουρκικές επαρχίες. Το περίεργο είναι ότι καμιά διεκδίκηση δεν διατυπώνεται σε βάρος της Βουλγαρίας. Ίσως οι Τούρκοι άρχισαν να σέβονται περισσότερο τις Βουλγαρικές Ένοπλες Δυνάμεις. Όταν στη δεκαετία του 1990 στις κρίσεις που έστηναν εκάστοτε οι Τούρκοι στο Αγαίο, κυκλοφόρησαν ακόμα και μέσα στο ΝΑΤΟ οι πρώτοι Τουρκικοί χάρτες με τα Ελληνικά βραχονήσια και ερημονησίδες στο Αγαίο και είχαν μέσα ακόμα και τη Γαύδο, οι ημέτεροι διοικούντες γέλασαν και είπαν οι Τούρκοι «Μάλτα Γιόκ». Τα Ίμια όμως και ο διασυρμός με παρακάλια του πρωθυπουργού μας προς τους Αμερικάνους για να μας σώσουν την ύστατη ώρα, απέδειξαν ότι οι Τούρκοι με τους εξωφρενικούς εκείνους χάρτες δεν αστειευόντουσαν καθόλου. Ήδη οι γκρίζες ζώνες μπήκαν στη ζωή μας και η απλή επίσκεψη πλέον στα Ίμια είναι απαγορευμένη.

Φόβος, οσφυοκαμψία, ραγιαδισμός, παροχές και υπαναχωρήσεις, εξυπηρέτηση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή της προοπτική, Σχέδιο Αννάν , Μαδρίτη, Ελσίνκι και τόσες άλλες παραχωρήσεις προς τη Τουρκία, δεν στάθηκαν ικανές να αναχαιτίσουν τη βουλιμία των γειτόνων μας. Αντίθετα άνοιξε η όρεξή τους για ακόμα περισσότερα. Είναι αυτό που μας λέγανε οι Αμερικάνοι για το Σχέδιο Αννάν. Τι να κάνουμε! οι Τουρκοι δεν το δέχονται! εσείς το δεχθήκατε με πανηγυρισμούς, άρα είναι πολύ ικανοποιητικό για σας. Κανετε λοιπόν μερικές ακόμα υποχωρήσεις για να ικανοποιηθούν και λίγο οι Τούρκοι. Έτσι από το κάκιστο Ανναν 1 φτάσαμε στο εγκληματικό Αννάν 5. Τα ίδια ακριβώς μας λέγει και ο Νίμιτς για τα Σκόπια. Μάλιστα μόλις χθες η ΠΓΔΜ ανακοίνωσε ότι κανένα φορτηγό δεν θα περνάει πλέον από το έδαφός της όταν φέρει το όνομα FYROM στα έγγραφά του. Θα μου πείτε ότι το FYROM είναι το επίσημο όνομα της χώρας στον ΟΗΕ. Και τι μαυτό, άμα δε σε σέβεται ο γείτονάς σου, βάζει ότι όρους θέλει για να σε προκαλεί και να σε υποβαθμίζει. Την Τουρκική πρακτική ήδη την αντιγράφουν όλοι οι Βαλκάνιοι εις βάρος της χώρας μας. Εδώ είναι η ρίζα του κακού. Δεν μας υπολογίζουν γιατί μας θεωρούν αδύναμους και άστατους. Εκεί μας κατάντησε η τακτική του Αλαβανισμού. Οι Τούρκοι λοιπόν διεκδικούν πια τα ίδια μας τα σπίτια και οι ιθύνοντες τα ξεπερνάνε όλα ανέτως, με τη τακτική ότι δεν καταλαβαίνουν τις Τουρκικές…ανοησίες. Αλήθεια πως κοιμούνται οι υπεύθυνοι όλων των βαθμίδων, με την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η αμυντική ικανότητα της Χώρας;

Πιστεύω ότι το Χάρτη αυτό θα τον μελετήσουν οι αρμόδιοι και θα προβληματιστούν ως προς το που μας οδηγεί ο Τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός. Πιστεύω ότι ο Πρωθυπουργός έχει στρατηγικούς συμβούλους που πιθανόν να γνωρίζουν κάτι, από αξιολόγηση των αμυντικών μας δυνατοτήτων. Πιστεύω ότι πολύ γρήγορα θα αντιληφθούν ότι το φιάσκο στα Ύψαλα θα έχει και ουρά. Ήταν αδιανόητο να οδηγήσουν το πρωθυπουργό χωρίς στήριγμα στη γιορτή του αγωγού που στήσανε οι Τούρκοι και οι Αμερικάνοι, με κύριο στόχο την καθυστέρηση, αν όχι την σκοπούμενη ακύρωση, του αγωγού Μπουργκάς- Αλεξανδρούπολης. Δυστυχώς η Ελλάδα επενδύει εκβιαστικά σε ένα έργο από το οποίο ωφελημένη βγαίνει η Τουρκία. Ελπίζω ότι αυτό το χάρτη θα τον μελετήσουν και οι υπεύθυνοι του ΥΠΕΞ. Όλοι αυτή που χαράσσουν την Εξωτερική πολιτική της χώρας, αυτοί που εφηύραν την γελοία θεωρία περί εξημερώσεως του θηρίου μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ίσως τώρα να αντιληφθούν ότι οι Τούρκοι δεν αστειεύονται και είναι αποφασισμένοι για ακόμα χειρότερα. Όταν λένε και επαναλαμβάνουν ότι σταθερή πορεία της χώρας είναι η στήριξη της Τουρκικής ενταξιακής πορείας, πρέπει να καταλάβουν ότι διαπράττουν ένα εγκληματικό λάθος. Στο τέλος –τέλος δεν είναι ανάγκη να το διακηρύσσουν, ώστε να μην αυτοδεσμεύονται και να μην το δένουν κόμπο οι γείτονες. Ας βρούν και αυτοί κανένα μεγαλόσχημο Αμερικανό για τη στήριξη των συμφερόντων μας. Όταν δουλεύεις πάντα κάτι βρίσκεις. Δεν νομίζω ότι ο χάρτης θα προβληματίσει τους στρατηγικούς αναλυτές των τόσων Ινστιτούτων της χώρας μας, που κυρίως έχουν δορυφοριοποιηθεί περί το ΕΛΙΑΜΕΠ. Εκεί έχει στηθεί ένας χορός Ελληνικής ενδοτικότητος που φάνηκε σ’ όλο του το μεγαλείο με το Σχέδιο Αννάν. Προκαλώ το κάθε αναγνώστη να μπεί internet μέσα στο site του ΕΛΙΑΜΕΠ για να δεί πόσο χρήμα κυκλοφορεί και κυρίως ποιοι το δίνουν. Ασφαλώς και μόνο αυτούς του ΕΛΙΑΜΕΠ χρησιμοποιούν οι υπηρεσίες ακόμα και οι Τηλεοπτικοί σταθμοί για στρατηγικές αναλύσεις.

Εκείνοι όμως που σίγουρα θα ανησυχήσουν για το χάρτη είναι οι άνθρωποι της Άμυνας. Έχω την πεποίθηση, μια κρυφή ελπίδα, ότι πλέον έχουν αντιληφθεί ότι τα πράγματα χειροτερεύουν και θα στραφούν στη κατεύθυνση της οργάνωσης και εκπαίδευσης των ΕΔ. Ήδη γνωρίζουν καλά ότι οι μισθοφόροι ισοπέδωσαν τα πάντα και τα ρουσφέτια κάνανε του νέους μας να αντιπαθούν το Στρατό. Πιστεύω ακράδαντα ότι θα το πάρουν το μήνυμα και θα ανασκουμπωθούν, για να ξαναβρεί η χώρα τη Στρατιωτική της ισχύ, του μόνου καθοριστικού παράγοντα σεβασμού της από τους γείτονες. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!

Δημήτριος Δήμου

"Λήμνια αντί για Ίμια και δεν θα υπήρχε θέμα"


Ο πρώην πρέσβης της Ελλάδας στη Βρετανία την εποχή της κρίσης αποκαλύπτει ότι η χώρα μας δεν έχει κατοχυρώσει νομικά την κυριαρχία επί των βραχονησίδων εξαιτίας των οποίων φτάσαμε στα πρόθυρα του πολέμου με την Τουρκία.

Συνέντευξη στον Ανδρέα Ανδριανόπουλο
Τα παιδιά μας πήγαιναν στο ίδιο σχολείο. Μάλιστα ο μικρός μου γιος ξάφνιαζε συχνά τον κατά πολύ μεγαλύτερο δικό του με τα σπασμένα του ρώσικα. Με μητέρα γεννημένη στη Μόσχα και μαθητής αγγλικών σχολείων, το παιδί του είναι ένας πραγματικός πολίτης του κόσμου. Με έναν πατέρα όμως βαθύ γνώστη των τρικυμιών που κατά καιρούς περνούν τα εθνικά μας συμφέροντα και χειριστή σε δύσκολες περιόδους πολλών απ’ αυτών. Ο Ηλίας Γούναρης δεν είναι πλέον μέλος της ελληνικής διπλωματικής υπηρεσίας. Πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε. Οι εμπειρίες του όμως είναι ανεκτίμητες, όπως και η γνώμη του για την αντιμετώπιση δύσκολων συγκυριών στην πορεία των εθνικών μας θεμάτων.

Αποφασίσαμε να συναντηθούμε και δέχθηκε να μιλήσουμε δημόσια με αφορμή μια κοινή μας ανάμνηση. Εκείνος ήταν πρέσβης στο Λονδίνο κι εγώ ακαδημαϊκός επισκέπτης (visiting scholar) στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ το 1996, όταν ξέσπασε η κρίση των Ιμίων. Και τηλεφωνικά μου είχε εκφράσει το άγχος του για την αναζήτηση χαρτών στο Βρετανικό Ναυαρχείο που να θεμελιώνουν τα δικαιώματά μας. «Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πάντες κατελήφθησαν εξ απήνης. Όχι μόνο εμείς οι Έλληνες αλλά και οι ξένοι» μου λέει.

Η κρίση τελείωσε τότε δίχως να έχει αποσαφηνιστεί το ζήτημα της κυριαρχίας. Αυτό παρέμεινε ως εκκρεμότητα, του επισημαίνω. «Το θέμα ήταν να αποφευχθεί ο πόλεμος» απαντά. «Δεν έπρεπε να γίνει πόλεμος για κάτι τέτοιο. Δεν υπήρχε εκεί ούτε οικονομικό, ούτε κάποιο άλλο συμφέρον, τίποτα».

Θα μπορούσε όμως να δημιουργηθεί προηγούμενο για περαιτέρω αμφισβητήσεις σε άλλες γειτονικές περιοχές στο μέλλον, επιμένω. «Αυτό ασφαλώς και ισχύει» μου απαντά, «αλλά είναι άλλο θέμα. Με τίποτα όμως δεν έπρεπε να γίνει πόλεμος για κάτι τέτοιο». Σαράντα νησίδες έκτασης 40 στρεμμάτων είναι τα Ίμια. Και μάλιστα «δεν υπήρχε ούτε το τεκμήριο της μακροχρόνιας χρήσης» δηλώνει ο συνομιλητής μου. «Οι μόνοι που πήγαιναν εκεί ήσαν κάποιοι, Έλληνες βεβαίως, βοσκοί κατσικιών. Ωστόσο αυτό ήταν δύσκολο να τεκμηριώσει κυριαρχία».

«Με τη μεσολάβηση και των Αμερικανών η σύρραξη αποσοβήθηκε. Έμεινε όμως σε εκκρεμότητα το ζήτημα της κυριαρχίας. Έκτοτε τέθηκε το θέμα των γκρίζων ζωνών».

Πώς προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί; Συνεχίζει ο Ηλίας Γούναρης: «Το θέμα ξεκινάει με τη συνθήκη της Λοζάνης, που με σαφήνεια αναφέρει πως τα νησιά που βρίσκονται μέχρι 2.800 η 3.000 μέτρα -δεν ενθυμούμαι καλά- από την τουρκική ακτή ανήκουν σε αυτήν. Όλα τα άλλα αποτελούν ελληνικό έδαφος. Κι εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα. Διότι τα νησάκια αυτά βρίσκονται ακριβώς στο όριο. Κανείς όμως ποτέ δεν είχε αμφισβητήσει το ότι ανήκαν στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι μόνο μερικές φορές έλεγαν το αντίθετο. Το αστείο είναι πως σε όλους τους χάρτες τα νησιά αυτά αναφέρονταν ως Λήμνια. Υπάρχει εκεί γύρω ένα νησί με την ονομασία Μεγαλόλημνος, κι από εκεί προφανώς πήραν το όνομα Λήμνια. Οι ψαράδες όμως τα αποκαλούσαν Ίμια και τελικά επεκράτησε αυτή η ονομασία. Αυτό μας έφερε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Γιατί όταν πήγα στο Φόρειν Όφις και ζήτησα τη βοήθειά τους για να καθορίσουμε την ελληνική κυριαρχία, μιας και είχα βρει τους παλιούς χάρτες του Βρετανικού Ναυαρχείου που έδειχναν πως τα νησιά αυτά ήσαν εντός της ελληνικής κορυφογραμμής, Ίμια δεν υπήρχαν! Οι Εγγλέζοι έκαναν τα ειρωνικά τους σχόλια και προσπάθησα να εξηγήσω πως πρόκειται για γλωσσική παραφθορά. Σκέφθηκα όμως πως θα ήταν ίσως σωστότερο να τα αποκαλούμε με το σωστό τους όνομα Λήμνια, όπως τα ανέφεραν και οι χάρτες, ώστε να μην επιμένουμε για την κυριαρχία μας επί εδαφών που τα αποκαλούμε με ονόματα που δεν υπάρχουν πουθενά. Έκανα και σχετικό τηλεγράφημα στην Αθήνα, αλλά συνέχεια δεν υπήρξε».

«Ζητήσαμε λοιπόν από τους Βρετανούς να επιβεβαιώσουν την εγκυρότητα των χαρτών τους και να δηλώσουν πως τα νησιά ανήκαν στην Ελλάδα. Ο αρμόδιος υφυπουργός με άκουσε με προσοχή και στο τέλος μού δήλωσε off the record πως «δεν έχουμε αμφιβολία πως τα νησιά ανήκουν σε εσάς, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να το δηλώσουμε δημοσίως. Διότι θα εμπλακούμε σε μια διαμάχη μεταξύ των συμμάχων μας και δεν έχουμε διάθεση ή συμφέρον για κάτι τέτοιο. Αυτό θα πρέπει να το λύσετε εσείς με την Τουρκία. Μην περιμένετε τίποτα από εμάς».

Οι Τούρκοι έλεγαν πως τα 32 πρωτόκολλα που είχαν υπογράψει με τους Ιταλούς ήσαν διμερείς συμφωνίες, αλλά δεν είχαν την ισχύ μιας συμφωνίας κατατεθειμένης στην Κοινωνία των Εθνών που θα είχε διεθνή ισχύ. Οι Τούρκοι συνέχεια επανέρχονταν στη συνθήκη της Λοζάννη. Η οποία όμως έχει γενικές διατυπώσεις. Αναφέρει ονομαστικά 13 νησιά που ανήκουν στην Ελλάδα και πως οι νησίδες υπάγονται στην κυριαρχία της χώρας που έχει το μεγαλύτερο νησί κοντά. Η Κάλυμνος βέβαια απέχει αρκετά, όπως και η Μεγαλόλημνος, όπως νομίζω ότι λέγεται, δεν είναι κοντά. Τα τουρκικά παράλια είναι πιο κοντά. Έτσι η κατάσταση περιπλέκεται».
Ο πρώην πρέσβης μας ολοκληρώνει: «Καταθέσαμε τα σχετικά πρωτόκολλα στον ΟΗΕ μετά την κρίση, αλλά η Τουρκία δεν τα αναγνωρίζει και όλες οι μεγάλες δυνάμεις δεν παίρνουν θέση, δεν τα αποδέχονται δηλαδή επίσημα. Δεν χωράει αμφιβολία πως έχουμε διαφορές με την Τουρκία που θα πρέπει να επιλυθούν. Απλώς δεν ξέρεις αν κάνεις προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο τι θα σου βγει στα νομικά. Έτσι, όμως, οι εκκρεμότητες θα παραμένουν. Και οι ελληνικές θέσεις δεν είναι πάντα σαφείς. Καταγγέλλουμε, λόγου χάρη, την παραβίαση του εναέριου χώρου μας από τουρκικά αεροπλάνα, αλλά δεν λέμε τίποτα όταν το ίδιο κάνουν, και με μεγάλη συχνότητα μάλιστα, οι Αμερικανοί!».

Ο Ηλίας Γούναρης υπηρέτησε ως πρέσβης της χώρας μας στη Μόσχα, στο Λονδίνο και στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ, διετέλεσε γενικός διευθυντής Πολιτικών Υποθέσεων υπουργείου Εξωτερικών, διαπραγματευτής για το όνομα των Σκοπίων, ενώ είναι και πρώην Πρόεδρος της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων.
ΙΜΙΑ: ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
«ΙΜΙΑ: Zώσα προσωπικη βιωματική μαρτυρία περί του “θερμού επεισοδίου” στα Ίμια
τον Ιανουάριο του 1996»

Μάχιμος Υποπλοίαρχος ε.α. Μαρίνος Ριτσούδης (ΣΝΔ Τάξεως 1990)
“Μου ζητήθηκε να εκφράσω τα προσωπικά βιώματα, τη ψυχική φόρτιση και τη
συναισθηματική έκρηξη, «το κροτάλισμα της καρδιάς των Ελλήνων ανδρών του Π.Ν.» που
έζησα εμπλεκόμενος ή μάλλον μαχόμενος κατά την διάρκεια του «θερμού επεισοδίου»· ως
Έλληνας Μάχιμος Αξιωματικός του Π.Ν. στο νεοαποκτηθέν Α/Γ ΣΑΜΟΣ και ταυτόχρονα
υπερασπιστής της Πατρίδος μας και της Σημαίας μας στα Ίμια το 1996. Δημοσιεύματα υπήρξανε
πάρα πολλά με αναφορά και ενδελεχή ανάλυση στις τακτικές και στα σχέδια, αλλά και στις
πολιτικές ευθύνες και στις προεκτάσεις, στα παρασκηνιακά πολιτικά «παιχνίδια» και στο ρόλο
που παίξανε οι «σύμμαχοί μας». Πέραν αυτού όμως υπήρξε ελάχιστη η αναφορά στο ηθικό
φρόνιμα των ανδρών που λάβανε μέρος, στην ψυχική δοκιμασία, στην εναλλαγή
συναισθημάτων που κυριάρχησε και τούτο αποτελεί παράλειψη αναφοράς, μπορεί και αδικία για
όλους τους Έλληνες, που ζήσανε έστω και με την σκέψη τους και την προσευχή τους την
αγωνία, για την έκβαση, για την ντροπή και τον αποτροπιασμό, για την προδοσία και τον φόρο
τιμής των Εθνομαρτύρων πεσόντων χειριστών του Ε/Π Π.Ν. 21.
Αυτή η βιωματική αγωνία με την ένταση, τη σκέψη και την προσευχή, μάς έκανε κοινωνούς
της παλαιάς λεβέντικης Ελλάδας, των Γιγάντων Εθνομαρτύρων μας, που θυσιάστηκαν για τα
«Ιερά και τα Όσιά μας» για την Ελευθερία και το ξέπλυμα της ντροπής και της σκλαβιάς.
Πολλά θαυμαστά γεγονότα λάβανε χώρα τις ημέρες εκείνες, απίστευτα για τα μάτια τα δικά
μας, αλλά ακόμη περισσότερο απίστευτα και για τα αυτιά εκείνων που ζητήσανε αργότερα να
μοιραστούν τις εμπειρίες μας, τις εντυπώσεις μας, τις αγωνίες μας.
Άξιον Θαυμασμού αποτελεί σήμερα στις μέρες μας να βλέπουμε στιγμές μεγάλης λεβεντιάς,
ζηλευτής ρωμιοσύνης και παλικαριάς, τέτοιες που ούτε στα πιό αισιόδοξα όνειρα των αγαπόντων
την Πατρίδα ονειροπόλων Ελλήνων, δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν· εκείνων που
απογοητεύονται για την «κατάντια του νεοέλλ!ηνα της καφετέριας και της τεμπελιάς». Άξιον
θαυμασμού και συγκινήσεως βλέποντας το βράδυ εκείνο της έντασης, τα φορτηγά του Ν.Σ.,
ολονύκτια να πηγαινοέρχονται στο Ναύσταθμο με βοή και ταχύτητα, χωρίς φρένα η και χωρίς
φώτα, γεμάτα πυρομαχικά ή και καύσιμα από τους ναύτες του Ν.Σ. -που άλλοτε τεμπελιάζανε
και άλλοτε κοιμόντουσαν στις βάρδιες ή και την κοπανούσανε ακόμη,- με σβελτάδα,
επιδεξιότητα και άκαμπτο φρόνημα κούρασης ψυχής και σώματος. Διαταχθήκανε να
μεταφέρουν ολονύκτια πυρομαχικά, υλικά και καύσιμα για την ανάληψη πλήρης επιχειρησιακής
ετοιμότητας απόπλου της φρεγάτας ΑΙΓΑΙΟΝ που διέκοψε τις εργασίες επισκευής ΠΕΑΚ για να
αποπλεύσει στις 03.00 την 31 ΙΑΝ 1996, «ανοίγοντας» τα σχέδια επιχειρήσεων που είχαν
διαταχθεί και να ενσωματωθεί στή θέση «ακροβολισμού». Άξιον Θαυμασμού αποτελεί το
γεγονός ότι παρά την απειλή του πολέμου οι άνδρες Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί, και
στρατευμένοι, κατόπιν πολεμικής ανακλήσεως επιστρέφανε στα πλοία του στόλου, όσο
γρηγορότερα μπορούσαν, με οποιοδήποτε μέσον, άλλοι δακρυσμένοι και άλλοι χαρούμενοι,
προφέροντας στα χείλη τους και στην καρδιά τους το «πόλεμος, πόλεμος, θα τους
τσακίσουμε…» και βέβαια όχι από μίσος ούτε από εκδικητικότητα, αλλά από αγανάκτηση και
ενθουσιασμό, από περηφάνια και λεβεντιά, γιατί ο Έλληνας δεν θέλει να αδικεί, αλλά δεν
επιτρέπει και την αδικία, ούτε για σπιθαμή γής αλλά ούτε και για απομακρυσμένο άγονο
κατσάβραχο της θάλασσας.
Το θαυμαστό είναι ότι κανείς δεν απουσίασε, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανείς δεν δείλιασε,
αλλά πληροφορήθηκα ακόμη ότι και κάποιοι που είχανε αναρρωτική άδεια για διάφορες ελαφρές
ασθένειες, δώσανε το πολεμικό παρόν στο πολεμικό σάλπισμα, και προκαλέσανε τον θαυμασμό
και τη ρίγη συγκινήσεως των ανωτέρων τους. Άλλοι πάλι διακόψανε από μόνοι τους τις
κανονικές άδειές τους και επιστρέφανε στην υπηρεσία τους από τον τόπο των διακοπών τους,
πρίν ακόμη φτάσει η διαταγή της ανάκλησής τους. Τούτη η πύρωση της καρδιάς και η ανάφλεξη
της λεβεντιάς, δεν οφείλονταν σε έκρηξη παρορμητισμού ή και άγονου επιφανειακού
ενθουσιασμού, αλλά στην χρόνια θρασύδειλη τακτική παραβιάσεων και ενοχλήσεων των
Τούρκων στο Αιγαίο, είτε με σκάφη θαλασσίων ερευνών, είτε με ακταιωρούς, είτε με τους
θρασύδειλους ψαράδες τους, αλλά και με τα μαχητικά τους ακόμη τα οποία τα ζούσαμε χρόνια
«στο πετσί μας», με αγανάκτηση και αποστροφή και δεν τα ανεχόμαστε, διότι για μας είναι
υποχώρηση και παράδοση Εθνικών δικαιωμάτων και ιδανικών στους Τούρκους· και πάντοτε
αναρωτιόμασταν πότε θα έρθει η ώρα, να τους δείξουμε ότι είμαστε άξιοι απόγονοι των
εθνομαρτύρων πατέρων μας του Μιαούλη, του Κουντουριώτη, του Κανάρη και όλων των
αγνώστων αφανών Ελλήνων ηρώων μας. Διότι θαυμαστή παράδοση ανδρείας και λεβεντιάς
κουβαλάμε και δεν είναι τυχαίο γεγονός που κάθε πολεμικό πλοίο, φέρει όνομα λαμπρής
ιστορίας, νίκης, θυσίας, πατριωτισμού και ηρωισμού, και τούτο αποτελεί ξεχείλισμα ιστορίας
ξεχείλισμα ανδρείας, υπέρβαση λεβεντιάς διότι πάντοτε οι «μια φούχτα Έλληνες» κάνανε το
θαύμα, το απίστευτο, το αναπάντεχο, θαύμα μόνο για εκείνους βέβαια που είναι ορθολογιστές
και μετράνε τις αξίες και τις δυνάμεις με τα νούμερα και τους εξοπλισμούς και όχι με την
παλικαριά το ανδρείο φρόνημα και την ελεύθερη ψυχή που αψηφά, περι! γελά αλλά και
κοροϊδεύει και τον ίδιο το θάνατο.
Μετά τον απόπλου των πλοίων και την έξοδό τους από την Ψυτάλλεια, ο Εθνικός μας Ύμνος
ηχούσε από τα μεγάφωνα, όπου τον υποδεχόμασταν με ρίγη συγκινήσεως και δάκρυα χαράς και
με χαμόγελο στα πρόσωπά μας. Μετά αυτού πολεμικός συναγερμός στα μεγάφωνα και όλοι στις
θέσεις τους με εγρήγορση, με συγκίνηση, με καρδιοχτύπι αλλά και νηφαλιότητα και καθαρό
μυαλό, χαμογελαστοί και λεβέντες, επεξεργαζόμασταν όλες τις πληροφορίες και τις εξελίξεις
όλες τις υποκλοπές και το εξελισσόμενο σχέδιο δράσης. Το πολεμικό σήμα που «πέρασε» από
την Κ-11 του Γ.Ε.Ν. με την ευχή του ΑΓΕΝ και την προσδοκία να φανούμε αντάξιοι της ένδοξης
ιστορίας του Π.Ν. στις εξελισσόμενες επιχειρήσεις, μάς έφερε δάκρυα, τρέμουλο στα πόδια,
ρίγος πατριωτισμού, λεβεντιά, αλλά και αγανάκτηση και αποστροφή για το τούρκικο θράσος.
Ήμασταν πλέον σίγουροι ότι πάμε για πόλεμο, γνωρίζαμε ότι γράφαμε ιστορία, αλλά το ηθικό
των ανδρών γινόταν ακόμη πιο υψηλό και ακόμη πιό άκαμπτο. Τούτες οι στιγμές ήτανε φοβερές
και θαυμαστές διότι ώρες ολόκληρες παραμέναμε πανφυλακή στις θέσεις συναγερμού,
ακούραστα χωρίς διόλου ραθυμία και τεμπελιά. Αλλά και οι τεμπέληδες οι ναύτες και οι
«κοπανατζήδες του καφέ και του τσιγάρου», οι μέχρι πρότινος αδιάφοροι για τα πολεμικά
συστήματα και τις τακτικές πολέμου, παρέδωσαν όλον τον εαυτόν τους ως «θυσία ευάρεστη»
ενώπιον του Έθνους στο πολεμικό κάλεσμα της Πατρίδας μας και με συνοπτικές διαδικασίες
ενημερώνονταν στα οποιοδήποτε πόστα τους, είτε πύργο πυροβόλων, είτε Κέντρο
Παρακολούθησης Μάχης, είτε Οπτήρες στη Γέφυρα, είτε Μηχανικοί στα Μηχανοστάσια, αλλά και
στο Μαγειρείο ακόμη η βάρδια και η προσφορά γινόταν με σβελτάδα, με παλικαριά, με μεγάλη
κατάνυξη και Ύμνους προς την Ελλάδα μας.
Η γεμάτη ρίγη, ζωηρή, κοφτή, παλικαρίσια αναφορά των στόχων, πρόδιδε τα σκιρτήματα της
καρδιάς τους, πρόδιδε την θέλησή τους να βοηθήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν το έργο του
πλοίου. Το άξιον θαυμασμού, που μέχρι το επόμενο πρωί, όσα τα πληρώματα σε θέσεις
πολεμικού συναγερμού, ήταν με ξηρά τροφή και ακούραστα, παρά την ολονύκτια αγρυπνία και
αν για οποιονδήποτε υπήρχε λόγος να «κατέβει για λίγο από το πόστο του για λόγους
ανθρώπινης φύσεως», η επαναφορά του ήτανε αστραπιαία και αποφασιστική. Παγερές οι νύχτες
εκείνες του χειμώνα, αλλά δεν μας άγγιξε το κρύο, ούτε η αϋπνία, ούτε η πείνα, ούτε η απουσία
από τα σπίτια μας, ούτε οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες· παρά μόνο η προδοσία για την
υποστολή της σημαίας μας στα Ίμια, η προδοσία για την «λάθος τακτική των Ο.Υ.Κ.» η
προδοσία για την παράδοση δικαιωμάτων στους Τούρκους, η προδοσία για τίς αμφισβητούμενες
πλέον «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο και στις βραχονησίδες· που μπορεί να είναι ακατοίκητες, αλλά
όχι αχώριστες από την λαμπρή ιστορία μας, διότι χύθηκε πολύ δάκρυ και πολύ αίμα από τους
αδελφούς μας και πατέρες μας Εθνομάρτυρες, για να είναι σήμερα Ελληνικά και Ελεύθερα.
Πληροφορούμασταν από τα τακτικά δίκτυα επικοινωνιών την τακτική κατάσταση και
διαπιστώναμε ότι είχαμε το τακτικό πλεονέκτημα αιφνιδιασμού στο Αιγαίο, αφού η βόρεια ομάδα
κρούσεως είχε στοχοποιήση την βόρεια ομάδα των τούρκικων Α/Τ που κινούνταν προς τα Νότια.
Μάταια περιμέναμε να δοθεί εντολή από το δίκτυο για βολή των βλημάτων και καταστροφή της
βόρειας ομάδας. Εμείς ως ομάδα Α/Γ κινηθήκαμε νότια Ύδρας και περιμέναμε διαταγή για
πλεύση, σύμφωνα με το σχέδιο «Ε», για επιβίβαση και μεταφορά πεζοναυτών, σε περιοχή για
ανακατάληψη Νήσου! … από τις τούρκικες δυνάμεις. Η νότια ομάδα κρούσεως κινήθηκε προς τα
Ίμια όπου είχε ανακτήσει πλήρη τακτική εικόνα και πλήρη στοχοποίηση και μετά αυτού, έτοιμοι
για βολή βλήματος. Κάποια μικρότερα σκάφη, πυραυλάκατες, κανονιοφόροι, περιπολικά, είχανε
αναπτύξει περιπολία γύρω από τα Ίμια επειδή υπήρχε η πληροφορία για πιθανή απόβαση
Τούρκων κομάντο στις βραχονησίδες. Μέσα στο κρύο και στη νύχτα, ώρες ατέλειωτες, αγήματα
οπλισμένα ναυτών και υπαξιωματικών, παραμένανε με τα παγωμένα G3 και με το χέρι στην
σκανδάλη στα ρέλια των πλοίων για οπουδήποτε απαιτηθεί να ρίξουν.
Κάποια στιγμή μέσα στην προχωρημένη νύχτα, και ενώ εκτελούσα καθήκοντα Αξιωματικού
Φυλακής Γέφυρας, ο Κυβερνήτης του πλοίου, με πλησίασε ιδιαιτέρως και με σπασμένη,
ραγισμένη φωνή, μπορεί και με δάκρυα, -δεν είδα λόγω απουσίας φωτισμού,- μού είπε·
«Μαρίνο…..μας πήραν το νησί…..», και χάθηκε από μπροστά μου γρήγορα, βγαίνοντας στην
δεξιά βαρδιόλα… προφανώς να μείνει μόνος. Αστραπιαία κρύος ιδρώτας με έλουσε και με
διαπέρασε ρίγος σε όλο μου το σώμα, ταυτόχρονα ένα βουβό κλάμα με αναφιλητά, με ανάγκασε
να τραβηχτώ προς τα πίσω, στη σκοτεινή γέφυρα του πλοίου για να μην με δούνε, να μην με
καταλάβουν. Κάλυψα το πρόσωπό μου με τα χέρια μου και έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα, γοερά και
με αναφιλητά. Τα πόδια μου τρεμάμενα, όχι από φόβο αλλά από το πνίξιμο της αγανάκτησης,
της αδικίας της κατάντιας και της ντροπής, πώς μέσα από τα χέρια μας, πήραν το νησί… Δεν το
είπα σε κανέναν φοβούμενος την «πτώση» του υψηλού ηθικού. Μαθεύτηκε όμως λίγο
αργότερα…
Δεν θυμάμαι μετά πόση ώρα με ενημερώσανε για την πτώση του Ε/Π Π.Ν.21 άλλοι λέγανε ότι
μας το ρίξανε, άλλοι ατύχημα, όλοι προσπαθούσαμε να καταλάβουμε από την ακρόαση των
δικτύων την κατάσταση που επικρατούσε και τις πιθανές εκδοχές. Αισθανόμασταν την ευθύνη
και την αγωνία όλων των Ελλήνων στο «πετσί μας», αισθανόμασταν την αγωνία, το
καρδιοχτύπι, τα δάκρυα αλλά και το πείσμα και την απογοήτευση· και οι σκέψεις δεν αφήνανε
περιθώρια ούτε για χαλάρωση ούτε για ψυχική ξεκούραση.
Κάποια στιγμή κοντά στις πρώτες πρωινές ώρες, δόθηκε απομάκρυνση όλων των αγημάτων
από τις βραχονησίδες με την ταυτόχρονη διαταγή για υποστολή της Ένδοξης Ελληνικής Σημαίας
από την Ελληνική Βραχονησίδα .Ήταν τόσο απίστευτο το άκουσμα στο δίκτυο, που οι τακτικοί
διοικητές και κυβερνήτες πλοίων ζητούσαν ξανά την επιβεβαίωση και την αξιοπιστία της πηγής
και της διαταγής από το δίκτυο. Μείναμε άφωνοι, μείναμε εκστατικοί, σαστισμένοι, παγωμένοι,
απορημένοι, προδομένοι, ντροπιασμένοι, απίστευτη η εξέλιξη, απίστευτη υποχώρηση και
αμφισβήτ! ηση των Ελληνικών αιματοβαμμένων βραχονησίδων. Μονομιάς σκύψαμε το κεφάλι
ντροπιασμένοι, και άκρα σιωπή ξεκίνησε από το φωνητικά δίκτυα και απλώθηκε στις γέφυρες
των πλοίων, στα Κ.Π.Μ., στα Καρρέ Αξιωματικών, Υπαξιωματικών, στην τραπεζαρία
Πληρώματος. Δεν μας άγγιξε η κούραση της αϋπνίας και μας «τσάκισε» μονομιάς η προδοσία
της παράδοσης Ελληνικής γης στους Τούρκους. Δεν μας άγγιξε το ότι πηγαίναμε για πόλεμο, και
μας «γκρέμισε» η προδοσία από τους «ηγέτες» μας. Δεν μας άγγιξε η παγωνιά της νύχτας και η
υπερένταση και μας «ισοπέδωσε» μονομιάς η προδοσία της υποστολής της Ένδοξης Ελληνικής
Σημαίας.
Αστραπιαία, ασήκωτο βάρος πλάκωσε τις ψυχές μας, τις καρδιές, τις συνειδήσεις μας.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά και έντονα το ξημέρωμα εκείνης της ημέρας· ήτανε έντονα γκρίζο,
βαθύ νεφελώδες, χωρίς ήλιο, η θλίψη απλωνότανε παντού στη φύση, στα δέντρα στα πουλιά.
Όλοι οι άνδρες του Π.Ν. ήμασταν σκυθρωποί, αμίλητοι, μελαγχολικοί, ντροπιασμένοι, ήτανε μία
Μεγάλη Παρασκευή του Έθνους και της Ιστορίας μας. Ήμασταν σταυρωμένοι και εγκλωβισμένοι
στην προδοσία. Δεν σκεφτόμασταν ποίοι φταίνε, ποι! οι μας «πουλήσανε», παρά μόνο την
ντροπή και την αγανάκτηση. Καμαρώναμε στο παρελθόν ότι το Π.Ν. δεν είχε ποτέ υποστείλει
την Ένδοξη Σημαία του, αλλά το πράξαμε τότε. Αισθανόμασταν ότι προδώσαμε την Ελλάδα, το
Έθνος μας τους Ήρωες εθνομάρτυρές μας.
Μετά τόσα χρόνια έχοντας καταλαγιάσει τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι εντάσεις, αισθάνομαι
περήφανος που είμαι Έλληνας και συμμετείχα στην πολεμική επιχείρηση στα Ίμια, όπου
ήμασταν αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε την Πατρίδα μας. Εκείνα τα «σπασίματα της
καρδιάς μας» αποδειχθήκανε κατά πολύ ανώτερα από όλη τη χλιδή του κόσμου τούτου, διότι
υπηρετήσαμε ύψιστα, αθάνατα, αιώνια ιδανικά και ιδεώδη Αληθούς Πίστεως, Πατρίδος,
παραδόσεως και λαμπρής ιστορίας. Εκείνα τα «σπασίματα της καρδιάς μας» της νύχτας εκείνης,
μας κάνανε ανδρειότερους, γενναιότερους, δυνατότερους, ανίκητους, πιο ελεύθερους, πιο
τολμηρούς, να αψηφούμε το θάνατο και να χαιρόμαστε την Ζωή. Αντιληφθήκαμε την ΑΞΙΑ της
«ισχύς εν τη ενώσει» και ακόμα σε τέτοιες στιγμές παραμερίζονται τα ανθρώπινα πάθη, οι
μεταξύ μας έχθρες και αντιπάθειες και γινόμαστε γροθιά μπρος στην Τούρκικη θρασυδειλία.
Ήμασταν έτοιμη για τόν υπέρτατο σκοπό της ύπαρξής μας, δηλαδή της θυσίας τής ζωή μας, για
τις οικογένειές μας, για τις οικογένειες όλων των Ελλήνων, για «τα ιερά και τα όσιά μας» ! και
για τούτο θεωρούμαστε «τ προαίρεση Εθνομάρτυρες», εφόσον κρινόμαστε ῃ σύμφωνα με την
προαίρεση της καρδιάς μας και όχι σύμφωνα με την έκβαση της πράξεως. Αισθάνομαι
περήφανος για τις αληθινές αξίες του Έλληνα, αξιοπρέπεια και συνείδηση, την επίγνωση της
αποστολής μας και το ανδρείο φρόνημα, την ακεραιότητα ήθους και την αξιοπρέπεια, αθάνατες
αξίες «θρεμμένες με το αντρειωμένο γάλα της παράδοσης και της ανδρειοσύνης», που μας
καθιστούν μοναδικούς στον κόσμο για την λεβεντιά μας και τον ηρωισμό μας. Αισθάνομαι
περήφανος που μέσα από την υπηρεσία μου στην Πατρίδα μου, γνώρισα ότι η αξία του
ανθρώπου δεν έγκειται στην οικονομική επιφάνεια, στους τίτλους ευγενείας και στο αξίωμα,
αλλά στο ήθος στην ακεραιότητα χαρακτήρα και στην λεβεντιά, βασικά και παραδοσιακά
χαρακτηριστικά των προγόνων μας των Ελλήνων, σε εκείνους που χαρακτηριστήκανε ήρωες και
που πολεμήσανε και υποτάξανε τον θαυμασμό και την παραδοχή όλου του κόσμου. Δικαίως ο
Τsortsil όρισε ότι ¨οι ήρωες πολεμούν σαν τους Έλληνες¨. Τέλος αισθάνομαι περήφανος που
κατάλαβα ότι πολλοί ήταν εκείνοι οι μορφωμένοι ηγέτες που προδώσανε όλα τα ιδανικά τους για
προσωπικές φιλοδοξίες και κακές σκοπιμότητες και καταντήσανε να ξεφτιλίζονται, να
κατακρίνονται και να κολάζονται αιώνια στις συνειδήσεις του κόσμου και στην ιστορία.
Πολλοί ήταν και εκείνοι οι αγράμματοι ανώνυμοι, που με την λεβεντιά τους και την αυτοθυσία
τους, λαμπρύνανε το Έθνος μας στους απελευθερωτικούς αγώνες και μας χαρίσανε την
σημερινή ελεύθερη Ελλάδα και αναπαύονται δικαιωμένοι, απολαμβάνοντας τιμές και δόξες από
όλους τους Έλληνες σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου και της ιστορίας.
Τούτη η κατάθεση ψυχής, αποτελεί χρέος, φόρος τιμής, αγάπης και αφοσίωσης απέναντι στην
Ελλάδα μας, απέναντι στους Ήρωες που θυσιαστήκανε μέχρι της τελευταίας ρανίδας του
αίματός τους, για να ζούμε εμείς σήμερα ελεύθεροι.
Τούτη η κατάθεση καρδιάς αποτελεί φόρος τιμής και απέναντι σε όλους τους νεοέλληνες που
αγωνιούν για την ιστορία της και εργάζονται με τον δικό τους τρόπο να διατηρηθεί η φλόγα του
ανδρειωμένου Έλληνα και να διαδοθεί παντού το μήνυμα της λεβεντιάς, της αρετής, αλλά και
της τόλμης, για την αληθινή ελευθερία”.
19 Ιανουαρίου 2010
Ο ναύαρχος Λυμπέρης από την Κατερίνη :"Κρυμμένη η τότε πολιτική ηγεσία της
Ελλάδας στην κρίση των Ιμίων"
Στην Κατερίνη μίλησε απόψε ο ναύαρχος πρωην ΑΓΕΕΘΑ ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΛΥΜΠΕΡΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ.
καλεσμένος της σχολής γονέων Κατερίνης, με θέμα : "Χειρισμοί κρίσεων - ΊΜΙΑ 14 χρόνια
μετά..."
Ο ναύαρχος αναφέρθηκε μεταξύ άλλων με γλαφυρό τρόπο στην κρίση της 30ης Ιανουαρίου
του 1996, όταν η ανυπαρξία της τότε πολιτικής ηγεσίας επέτρεψε τους Τούρκους να κάνουν
επέμβαση και να καταλάβουν ελληνικό έδαφος, καθιστώντας από τότε τα Ίμια γκρίζα ζώνη.
"Η τότε πολιτική ηγεσία ήταν κρυμμένη και διαπραγματεύονταν με τους Αμερικάνους" είπε ο
ναύαρχος, "ενώ οι ένοπλες δυνάμεις περίμεναν εντολές για να χτυπήσουν τους Τούρκους και
είχαν τη δυνατότητα τότε να καταφέρουν ισχυρότατο πλήγμα στον εχθρό". Άλλα οι πολιτικοί
της τότε κυβέρνησης δεν ήθελαν με τίποτα να επέλθει σύγκρουση, αφού ο τότε υπουργός
εξωτερικών έλεγε ότι τη σημαία που υπέστειλαν οι Τούρκοι από τα Ίμια θα πούμε ότι την πήρε ο
αέρας και αργότερα ο τότε πρωθυπουργός Σημίτης βγήκε να ευχαριστήσει τους Αμερικάνους
από το βήμα της ελληνικής βουλής για τη βραδιά της ντροπής. "Κανένας από την κυβέρνηση
δεν εμφανίσθηκε στο πεντάγωνο κατά τη διάρκεια της κρίσης των Ιμίων με τους Τούρκους, ενώ
μάταια οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις περίμεναν εντολές" τόνισε ο ναύαρχος.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

«Συμπατριωτισμός»: Η Οθωμανική Νέα Τάξη

Νεο-Οθωμανισμός

Ένα αποκαλυπτικότατο κείμενο της Κύρας Αδαμ για τους εφιάλτες του αύριο…

Ο κ. Νταβούτογλου

Από την ΚΥΡΑ ΑΔΑΜ

Καθώς η κυβέρνηση Παπανδρέου ζεσταίνει και πάλι τις μηχανές για μια συνολική, τεχνική και πολιτική συζήτηση με την Τουρκία, το ενδιαφέρον στρέφεται, όπως είναι φυσικό, και στον Τούρκο συνομιλητή, δηλαδή τον υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου.

Ο εξωκοινοβουλευτικός υπουργός Εξωτερικών (σ.σ. κάτι το πρωτοφανές για τα τουρκικά πολιτικά πράγματα) έχει διαμορφώσει πολύ συγκεκριμένη θέση για τον περιφερειακό και παγκόσμιο ρόλο της Τουρκίας, μέσα στο πλαίσιο μιας «νέας παγκόσμιας τάξης», όπως την οριοθέτησε ο ίδιος ο κ. Νταβούτογλου στην κεκλεισμένων των θυρών ομιλία του στο «συνέδριο πρέσβεων» του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, που έγινε υπό την προεδρία του στις 4 Ιανουαρίου 2010.

ΣΤΙΣ «οδηγίες», που δίνει ο κ. Νταβούτογλου στους πρέσβεις του, επιμένει στον νέο όρο του «συμπατριωτισμού», εξηγώντας ότι πρόκειται για «μια έννοια πέραν αυτής της υπηκοότητας, μια έννοια που από νομική άποψη μας περιζώνει όλους και σημαίνει "αυτούς που έχουν μοιραστεί την ίδια ιστορία"».

ΚΑΤ' αυτόν τον τρόπο ο κ. Νταβούτογλου εξηγεί ότι οι λαοί των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου μπορεί να ανήκουν σε διαφορετικά κράτη, αλλά «έχουν μοιραστεί την ίδια ιστορία» και γι' αυτό «εμείς τους εκπροσωπούμε όλους...

Καμία χώρα στον κόσμο δεν έχει την ιδιαιτερότητα της Τουρκίας να αντιπροσωπεύει την εμπειρία τής ανθρωπότητας.


Εμείς είμαστε σίγουροι γι' αυτό και προχωρούμε στην εξωτερική πολιτική μας με αυτή την αυτοπεποίθηση...».

ΚΑΤΑ τον κ. Νταβούτογλου, «ο κόσμος χρειάζεται μια νέα τάξη», γιατί... «το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι αρκετό να βασίζει τη λειτουργία του στα πέντε μόνιμα μέλη. Οι δομές που στηρίζονται στις πολιτικές εξισώσεις μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χάνουν πλέον σιγά σιγά τη βαρύτητα, την εγκυρότητά τους...».


ΕΤΣΙ, ορίζει τις αρχές της «νέας τάξης» και τον ρόλο της Τουρκίας σ' αυτήν:

«...Αυτή η νέα τάξη πρέπει να είναι δεκτική, δεν πρέπει να απορρίπτει καμιά χώρα, καμιά ήπειρο, κανέναν λαό...

Η Τουρκία ίσως αποτελεί το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτής της αρχής... (γιατί) ο αρχαίος πλούτος, που έχουμε, μας κάνει να συναντιόμαστε με όλους τους πολιτισμούς της Ανατολής, ταυτόχρονα όμως με την έννοια της πολιτικής κουλτούρας βρισκόμαστε στο κέντρο της Δύσης...».


Η ΝΕΑ τάξη πρέπει να είναι «συμμετοχική» και γι' αυτό «...εκείνοι που δεν μπορούν να συμμετάσχουν στο παγκόσμιο σύστημα, εκείνοι που παραπονούνται για την ανισότητα του παγκόσμιου συστήματος, εκείνοι που περιμένουν μια φωνή να τους στηρίξει, στρέφουν το βλέμμα τους στην Τουρκία».


Η ΝΕΑ τάξη θα πρέπει να είναι «συνθετική»
(και) «δικός μας στόχος είναι να γίνουμε εκφραστές και εκπρόσωποι μιας αντίληψης που συνδυάζει διαφορετικές εμπειρίες της ανθρωπότητας... και να αντικατοπτρίσουμε αυτή την αντίληψη στην εξωτερική πολιτική μας...».

Πηγή:
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=28/01/2010&id=126115

ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ


Ε
Ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος συνομιλούν (1913).

Ο Εθνικός Διχασμός (1914-1917) υπήρξε μία σειρά γεγονότων που επικεντρώνονται στη διένεξη μεταξύ του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με την είσοδο ή μη της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα κύρια γεγονότα της διένεξης αφορούν διαδοχικά την παραίτηση του Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους με πρωτοβουλία του στην Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη και την εκδίωξη του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα μετά από παρέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ. Η διένεξη αυτή χώρισε την χώρα σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα και προκάλεσε εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην ελληνική κοινωνία. Οι επιπτώσεις του χάσματος παρέμειναν ως το τέλος της δεκαετίας του '30. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι και η Μικρασιατική καταστροφή μετέπειτα, ήταν απόρροια του Εθνικού Διχασμού.

Πίνακας περιεχομένων

Αίτια

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η διαμάχη μεταξύ Ε. Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος, βάσει του Συντάγματος, είχε δικαιοδοσίες εξαιρετικά περιορισμένες, όμως η επιρροή του σε πολιτικούς τις εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. Ο αποτυχημένος για την Ελλάδα ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 χρεώθηκε στους λανθασμένους χειρισμούς φιλοβασιλικών κύκλων και των εκτεταμένων επεμβάσεων στις ένοπλες δυνάμεις. Εξαιτίας αυτών δημιουργήθηκε έντονη δυσαρέσκεια στις τάξεις του στρατού που εκδηλώθηκε το 1909 με το κίνημα στο Γουδί, που απαιτούσε άμεσες ανακατατάξεις.

O πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριζε πως η είσοδος στον πόλεμο, με το πλευρό της Αντάντ, θα εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, με στολή Γερμανού Στρατηγού, λόγω των φιλογερμανικών αισθημάτων του, υποστήριζε την ουδετερότητα της Ελλάδας στον πόλεμο.

Στο πρόσωπο του Ε. Βενιζέλου, το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την πολιτική ηγεσία της χώρας.

Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος και φαίνονταν ως κύριος υπεύθυνος των αλλεπάλληλων επιτυχιών των συγκρούσεων. Στα παρασκήνια όμως, εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου: χαρακτηριστική ήταν η διάσταση απόψεων για την άμεση κατάληψη ή μη της Θεσσαλονίκης, την οποία ο Βενιζέλος ήθελε να επιτύχει πάση θυσία, για την στρατηγική της σημασία και προς αποφυγή κατάληψής της από τους Βουλγάρους (ο Κωνσταντίνος αντ' αυτού επιθυμούσε προέλαση προς βόρεια και κατάληψη του Μοναστηρίου). Το συγκεκριμένο γεγονός παρέμεινε γνωστό τότε μόνο σε περιορισμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους.

Η αρχή της διένεξης

Ο Ε. Βενιζέλος επεδίωκε την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία ή ουδετερότητα της Βουλγαρίας και της Τουρκίας και απέρριπταν, προς το παρόν, τις προτάσεις του Βενιζέλου.

Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα και να δημιουργήσει ένα συνασπισμό στα Βαλκάνια για το συμφέρον της απέτυχε. Παρά ταύτα οι Αγγλογάλλοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας αρχικά και της Βουλγαρίας αργότερα, στο πλευρό των Αυστρογερμανών.

Στη φιλοαντατική πολιτική του Βενιζέλου θα εναντιωθεί το Παλάτι, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915).

Η διαφωνία μεταξύ βασιλιά και πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές του Μαΐου η λαϊκή ετυμηγορία επανεκλέγει τον Βενιζέλο, ο οποίος με τη νέα εκλογή του επαναλαμβάνει τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν δεχθεί εκείνη επίθεση της Βουλγαρίας. Τα Ανάκτορα ανένδοτα εμμένουν στις θέσεις τους, πράγμα που οδηγεί τον Έλληνα Πρωθυπουργό σε νέα παραίτηση και αποχή του κόμματός του από τις εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1915.

Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίζονται στη συνέχεια, δημιουργούν κλίμα πόλωσης διαιρώντας την Ελλάδα σε δύο παρατάξεις, - φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών - κάτι που θα συντελέσει στη γένεση και άνδρωση του εθνικού διχασμού μ' όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθα του.

Το κίνημα Εθνικής Αμύνης

Στις 16 Αυγούστου 1916 γίνεται το κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος αργεί αλλά τάσσεται με το κίνημα και στις 26 Σεπτεμβρίου μεταβαίνει στα Χανιά, όπου και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή και από εκεί μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Στην απόφαση του Βενιζέλου συνετέλεσε και η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και η αιχμαλωσία και μεταφορά στη Γερμανία του Δ΄ Σώματος Στρατού με την ανοχή της φιλοβασιλικής κυβέρνησης.

Η πρώτη προκήρυξη της Επαναστατικής Κυβέρνησης δημοσιεύεται στο υπ' αριθμό 1 φύλλο της Εφημερίδας της Προσωρινής Κυβερνήσεως που εκδόθηκε στα Χανιά 15 Σεπτεμβρίου 1916 με το παρακάτω περιεχόμενο:

Το ποτήριον των πικριών, των εξευτελισμών και των ταπεινώσεων υπερεπληρώθη. Μια πολιτική της οποίας δεν θέλομε να εξετάσωμεν τα ελατήρια, απειργάσθη ενός και ημίσεως έτους τοιαύτας εθνικής συμφοράς, ώστε ο συγκρίνων την Ελλάδα της σήμερον προς την προ ενός και ημίσεως έτους Ελλάδα να αμφιβάλλη αν πρόκειται περί ενός και του αυτού κράτους. Το Στέμμα εισακούσαν εισηγήσεις κακών συμβούλων επεδίωξε την εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής διά της οποίας η Ελλάς απομακρυνθείσα των κατά παράδοσιν φίλων της, επεζήτησε να προσεγγίση τους κληρονομικούς εχθρούς της.

Η τριανδρία: Κουντουριώτης-Βενιζέλος-Δαγκλής.

Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Η Ελλάδα το 1916 είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε τη μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευσίμους ("επιστράτους") που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες. Στην προσπάθεια των Συμμάχων να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα.

Η επέμβαση των γαλλικών δυνάμεων εξαγρίωσε τους αντιβενιζελικούς που κατηγορούσαν τους αντιπάλους των ως προδότες και ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του. "Ο φονεύων βενιζελικόν δεν φονεύει άνθρωπον", διακηρύτταν.

Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο (1917)

Tμήμα του ελληνικού στρατού παρελαύνει στην Αψίδα του Θριάμβου, Παρίσι, κατά την νικητήρια παρέλαση μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, Ιούλιος 1919.

Μετά από τελεσίγραφο των συμμάχων ο βασιλιάς αποσύρεται από το θρόνο, χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, στις 15 Ιουνίου 1917, και φεύγει στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του, Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα και σχηματίζει κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Στις 15 Ιουνίου κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης. Η εμπόλεμη κατάσταση δεν επιτρέπει τη διενέργεια εκλογών και ο Βενιζέλος ανακαλεί το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής του 1915. Η ανασυσταθείσα Βουλή ονομάζεται ειρωνικά "Βουλή των Λαζάρων". Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρά Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογήσει και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Τουρκία θα συνάψει ανακωχή στον Μούδρο.

Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή τον νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: "Ιδιαιτέρως διά τον ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού".

Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918 βάζει τέλος στον Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα έτη και αιματοκύλησε την Ευρώπη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010


Αφιέρωμα:Ελευθέριος Βενιζέλος


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Αξίωμα: Πρωθυπουργός της Ελλάδας
Πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας από τις 2 Μαΐου του 1910 μέχρι τις 6 Οκτωβρίου του ιδίου έτους

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (Μουρνιές Χανίων, 23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς της νεότερης Ελλάδας. Πρωταγωνίστησε στην αυτονομία της Κρητικής Πολιτείας και την οριστική ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, συνέβαλε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, στην είσοδο της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, και στην οργάνωση της χώρας στα πρότυπα αστικού κράτους διατελώντας πάρα πολλές φορές πρωθυπουργός
Βιογραφία
Όταν ξέσπασε στην Κρήτη η επανάσταση του 1866, η οικογένειά του Βενιζέλου κατέφυγε στη Σύρο. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα, ο πατέρας του Κυριάκος παρέμεινε στην Ελλάδα επειδή δεν του επετράπη η επάνοδος στην Κρήτη λόγω του ότι είχε συμμετάσχει στην επανάσταση, και μόνο όταν το 1872 χορήγησε αμνηστία ο Σουλτάνος, η οικογένεια επέστρεψε στο νησί. Ο Βενιζέλος έκανε τις εγκύκλιες σπουδές του στο εκπαιδευτήριο Αντωνιάδου στην Αθήνα μετά από εισαγωγικές εξετάσεις. Είχε παρακολουθήσει τα μαθήματα της πρώτης γυμνασιακής τάξης στα Χανιά το 1876 - 1877 με τον ελληνοδιδάσκαλο Ιωάννη Παπαδάκη. Το απολυτήριο του Γυμνασίου το πήρε από το Γυμνάσιο της Ερμούπολης Σύρου, όπου παρακολούθησε την τελευταία τάξη.Ο πατέρας του ήταν έμπορος και ήθελε να βάλει στη δουλειά αυτή και το γιο του. Έτσι, ο νεαρός Ελευθέριος δούλεψε για δυό χρόνια στο κατάστημα του πατέρα του. Αλλά ο Γεώργιος Ζυγομαλάς, γενικός τότε πρόξενος της Ελλάδας στα Χανιά, τον έπεισε ότι ο γιος του έπρεπε να κάνει ανώτερες σπουδές γιατί είχε ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Νομικής με άριστα και επέστρεψε στην Κρήτη το 1886 όπου άρχισε να ασκεί τη δικηγορία.

Αναμίχθηκε στην πολιτική και την επόμενη χρονιά εξελέγη βουλευτής Κυδωνιών. Ως βουλευτής ξεχώρισε για την ευγλωττία και τις ριζοσπαστικές θέσεις του. Μανιώδης αναγνώστης, ασχολούνταν επίσης με την εκμάθηση της γαλλικής και της αγγλικής γλώσσας. Η κατάσταση στην Κρήτη ήταν ρευστή, η τουρκική κυβέρνηση υπονόμευε η ίδια τις μεταρρυθμίσεις που είχε κάνει και αναπόφευκτα το 1888 ξέσπασαν ταραχές. Η Τουρκία επενέβη και τον Δεκέμβριο του 1889 αφαίρεσε όλα τα προνόμια που είχε παραχωρήσει στους Κρητικούς με βάση τη συνθήκη του Βερολίνου. Η κρίση συνεχίστηκε ως το 1894, οπότε συγκλήθηκε συνέλευση, που όμως αμέσως οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, καθώς Έλληνες και Μουσουλμάνοι δεν μπορούσαν να βρουν σημεία συνεννόησης.

Κρητική Επανάσταση
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1895 ξέσπασε επανάσταση, που δεν βρήκε σύμφωνο το Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι οι Κρητικοί δεν έπρεπε να ενεργούν αυτοβούλως αλλά σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση στην Αθήνα. Πίστευε ότι το κίνημα τη συγκεκριμένη στιγμή και αποτέλεσμα δεν θα είχε και την νεοσχηματισθείσα κυβέρνηση της Αθήνας θα έφερνε σε δύσκολη θέση καθώς είχε να αντιμετωπίσει και το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας που μόλις πριν από λίγο είχε κηρύξει πτώχευση. Όντως τελικά το κίνημα των Κρητικών προσωρινά ανεστάλη. Το κρητικό ζήτημα φαινόταν να οδεύει προς λύση μετά την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του Βερολίνου και ήθελαν τώρα να επιβάλουν στην Υψηλή Πύλη ν' αναγνωρίσει την αυτονομία του νησιού.

Ενώ τον Ιανουάριο του 1897 γίνονταν σφαγές στα Χανιά και στο Ρέθυμνο, ο Βενιζέλος που περιόδευε στο νησί, έσπευσε στη Μαλάξα, κοντά στα Χανιά όπου είχαν συγκεντρωθεί περισσότεροι από 2.000 επαναστάτες και τέθηκε επικεφαλής τους. Πρότεινε να επιτεθούν μαζί με άλλους επαναστάτες που ήταν στο Ακρωτήρι, στους Τούρκους και να τους εκτοπίσουν από την πεδιάδα (η Μαλάξα είναι σε κάποιο υψόμετρο). Πέρασε ο ίδιος νύχτα στο Ακρωτήρι όπου ύψωσε την ελληνική σημαία. Οι Τούρκοι ζήτησαν τη βοήθεια των ξένων ναυάρχων και επιτέθηκαν στους επαναστάτες. Προκλήθηκε γενικευμένη σύγκρουση. Τα ευρωπαϊκά πολεμικά χτύπησαν με τα πυροβόλα τους, τους επαναστάτες στο Ακρωτήρι, ρίχνοντας τη σημαία που υψώθηκε αμέσως πάλι υπό τις θυελλώδεις ζητωκραυγές των πληρωμάτων των ελληνικών πολεμικών που ναυλοχούσαν στ' ανοιχτά αλλά δεν μπορούσαν να επέμβουν ενώ στο θωρηκτό "Ύδρα" γινόταν ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου της Ελλάδας.

Το ίδιο βράδυ του βομβαρδισμού, ο Βενιζέλος συνέταξε διαμαρτυρία προς τους ξένους ναυάρχους, την οποία προσυπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί που βρίσκονταν στο Ακρωτήρι. Στους ναυάρχους την μετέφερε ο επικεφαλής της ελληνικής ναυτικής μοίρας Ράινεκ. Τους έγραφε ότι οι επαναστάτες θα κρατούσαν τις θέσεις τους μέχρι να σκοτωθεί κι ο τελευταίος από τις οβίδες των ευρωπαϊκών πολεμικών προκειμένου να μην αφήσουν τους Τούρκους να πάρουν το Ακρωτήρι. Ο βομβαρδισμός αυτός χριστιανικών πλοίων εναντίον Χριστιανών που ήθελαν την ελευθερία τους, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έγιναν διαδηλώσεις συμπαράστασης στους επαναστάτες ενώ το προεδρείο της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα έπαιρνε πλήθος τηλεγραφήματα από διασημότητες της εποχής που συνιστούσαν στην ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει πιο αποφασιστική στάση υπέρ των Κρητικών.

Η επανάσταση οδήγησε στον άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 κατά τον οποίο τα τουρκικά στρατεύματα νίκησαν κατά κράτος τα αντίστοιχα ελληνικά στο Θεσσαλικό μέτωπο. Το όνειρο της ένωσης του νησιού με την μητέρα Ελλάδα φαινόταν να απομακρύνεται. Στις 25 Αυγούστου 1897, ο Βενιζέλος έστειλε διακοίνωση στον αρχηγό του ευρωπαϊκού στόλου, αναφέροντας ότι η μόνη σωστή λύση του Κρητικού ζητήματος θα ήταν η ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Αφού όμως η Ελλάδα απέσυρε τη στρατιωτική δύναμη που είχε στο νησί, αναγνωρίζοντας την αυτονομία του, θα έπρεπε και η Κρήτη, για να μην φέρει σε δύσκολη θέση την Αθήνα, να δεχθεί ως προσωρινή λύση την αυτονομία, εναποθέτοντας τις ελπίδες για οριστική λύση στις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι Τούρκοι πρότειναν να γίνει ανταλλαγή της Κρήτης με τη Θεσσαλία που την κατείχε ο στρατός τους. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε εμπαιγμός και για τους Κρητικούς και για τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Την κυβέρνηση Δηλιγιάννη διαδέχθηκε η κυβέρνηση Ράλλη κι αυτήν η κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη, που υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Κατόπιν οι Μεγάλες Δυνάμεις ξεκίνησαν τη διαδικασία διακανονισμού του Κρητικού ζητήματος, που όμως τραβούσε μακριά. Προτάθηκαν για τη θέση του Γενικού Διοικητή του νησιού οι Δροζ, Σέφερ, ο Μαυροβούνιος Πέτροβιτς Μπόζα, ο πρίγκιπας Βάττεμβεργ ενώ οι Τούρκοι ήθελαν γι' αυτή τη θέση τον Ανθόπουλο πασά. Η Ρωσία υπέδειξε τον γιό του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄, τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος και επελέγη τελικά. Στις 21 Ιανουαρίου 1898, η κρητική συνέλευση, μέσα σε ζητωκραυγές ενέκρινε πρόταση του Βενιζέλου να κάνει το προεδρείο της τα αναγκαία διαβήματα. Η Γερμανία και η Αυστρία, επειδή δεν ήθελαν να φανεί ότι αντιτίθενται στις τουρκικές απαιτήσεις, αποχώρησαν από τον συνασπισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο οποίος έγινε πλέον τετραμελής. Εκλέχθηκε μια εκτελεστική επιτροπή, με τη συμμετοχή του Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη κυβέρνησης και είχε τις επαφές με τους Ευρωπαίους ναυάρχους. Άρχισε να εφαρμόζει το προσωρινό πολίτευμα, αλλά οι Μουσουλμάνοι, υποκινούμενοι από τους Τούρκους, ξεσηκώθηκαν. Οι Κρητικοί άρχισαν να συγκεντρώνουν ένοπλα τμήματα και η εκτελεστική επιτροπή προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας, με συνέπεια να επισπευσθεί η εκλογή του πρίγκιπα Γεωργίου, που εκκρεμούσε επί εννεάμηνο.

Η Κρήτη αυτόνομη

Ο Ελ. Βενιζέλος σε νεαρή ηλικίαΟ πρίγκιπας ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας με τριετή θητεία. Στις 13 Δεκεμβρίου 1898 έφθασε στα Χανιά όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Στις 27 Απριλίου 1899, ο Ύπατος Αρμοστής όρισε συμβούλιο (δηλαδή κυβέρνηση) από τους Κρητικούς αρχηγούς. Ο Βενιζέλος έγινε σύμβουλος (υπουργός) Δικαιοσύνης. Από τους αρχηγούς δεν συμμετείχε στο συμβούλιο μόνο ο Ιωάννης Σφακιανάκης, πρόεδρος της συνέλευσης την περίοδο των ταραχών επειδή υπέβαλε στον Αρμοστή ένα σχέδιο για το οριστικό πολίτευμα του νησιού, αλλά ο Γεώργιος δεν το ενέκρινε.

Το συμβούλιο ξεκίνησε την προσπάθεια να οργανώσει κράτος. Στις 18 Μαΐου, ο Βενιζέλος υπέβαλε πλήρη δικαστική νομοθεσία. Άρχισαν όμως οι διαφωνίες. Ο Γεώργιος, σκοπεύοντας να ταξιδέψει στην Ευρώπη, ανακοίνωσε στον κρητικό λαό ότι "κατά την διάρκειαν του ταξιδίου του θα εζήτει από τας Μεγάλας Δυνάμεις την ένωσιν της Κρήτης και ήλπιζε να επιτύχει ταύτην λόγω των συγγενικών του δεσμών". Η ανακοίνωση έγινε χωρίς να το ξέρει το συμβούλιο. Ο Βενιζέλος είπε στον πρίγκιπα ότι δεν θα ήταν καλό να δίνει στον λαό ελπίδες για κάτι που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή δυνατό να πραγματοποιηθεί. Όντως δε οι Μεγάλες Δυνάμεις απέρριψαν το αίτημα του Γεωργίου. Επίσης Αρμοστής και σύμβουλος διαφώνησαν επειδή ο Γεώργιος ήθελε να χτίσει ανάκτορο, κάτι που δεν ήθελε ο Βενιζέλος γιατί θα σήμαινε διαιώνιση του καθεστώτος της Αρμοστείας που οι Κρητικοί δέχθηκαν ως προσωρινό μέχρι την οριστική λύση. Επήλθε διάσταση μεταξύ των δύο ανδρών και ο Βενιζέλος επανειλημμένα υπέβαλε παραίτηση.

Όταν συζητήθηκε στο συμβούλιο ο προϋπολογισμός, ο Βενιζέλος είπε ότι το νησί δεν ήταν αυτόνομο αφού κατεχόταν στρατιωτικά από τέσσερις δυνάμεις και το κυβερνούσε εντολοδόχος τους. Θα έπρεπε, όταν θα έληγε η θητεία του πρίγκιπα, να ζητηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις να επιτρέψουν στη συνέλευση, με βάση το άρθρο 39 του συντάγματος (που το είχε καταργήσει η συνδιάσκεψη της Ρώμης) να εκλέξει ανώτατο άρχοντα, οπότε δεν χρειαζόταν η παρουσία ξένων στρατευμάτων. Μ' αυτόν τον τρόπο, το νησί θα απαλλασσόταν από τον στρατό κατοχής και την δι' αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων διακυβέρνηση, και θα μπορούσε ευκολότερα να πετύχει τον στόχο που ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Αυτή την πρόταση θα εκμεταλλευθούν οι αντίπαλοι του Βενιζέλου για να πουν ότι ήθελε την Κρήτη αυτόνομη ηγεμονία. Σε απάντηση, εκείνος υπέβαλε και πάλι την παραίτησή του με το αιτιολογικό ότι του ήταν αδύνατο πλέον να συνεργαστεί με τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου και διαβεβαίωσε ότι δεν σκόπευε να ασκήσει αντιπολίτευση.

Στις 17 Μαΐου 1901, σε έκθεσή του εξέθεσε τους λόγους που τον υποχρέωναν να παραιτηθεί, την δε επομένη τους είπε και προφορικά στον Ύπατο Αρμοστή. Στις 18 Μαΐου ο Βενιζέλος απολύθηκε επειδή δημόσια υποστήριξε απόψεις αντίθετες μ' αυτά που πρέσβευε ο Αρμοστής. Και τέθηκε πλέον επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Επί τρία χρόνια διεξήχθη μια σκληρότατη πολιτική διαμάχη, η διοίκηση παρέλυσε και κυριάρχησε η οξύτητα στο νησί. Και, αναπόφευκτα, τον Μάρτιο του 1905 ξέσπασε επανάσταση, της οποίας επικεφαλής ετέθη ο Βενιζέλος.

Επανάσταση του Θέρισου
Στις 23 Μαρτίου 1905 συνήλθε συνέλευση στον Θέρισο που κήρυξε "την πολιτικήν ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος εις εν μόνον ελεύθερον συνταγματικόν κράτος", έδωσε δε και σχετικό ψήφισμα στις Μεγάλες Δυνάμεις, όπου υποστήριζε ότι το νόθο μεταβατικό καθεστώς εμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και η μόνη φυσική λύση του κρητικού ζητήματος ήταν η ένωση.

Στις 7 Απριλίου συνήλθε τακτική συνέλευση στα Χανιά, η οποία ομοίως κήρυξε την ένωση ενώ ένας από τους συμβούλους του Ύπατου Αρμοστή παραιτήθηκε και πήγε στον Θέρισο να ενωθεί με τους επαναστάτες. Οι Μεγάλες Δυνάμεις απάντησαν στους επαναστάτες ότι θα χρησιμοποιούσαν στρατεύματα προκειμένου να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους. Σε απάντηση οι περισσότεροι βουλευτές της τακτικής συνέλευσης πήγαν στον Θέρισο να ενωθούν κι αυτοί με τον Βενιζέλο. Οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν με τον Βενιζέλο στις Μουρνιές, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία, χωρίς αποτέλεσμα. Η επαναστατική κυβέρνηση ζήτησε να χορηγηθεί στην Κρήτη πολίτευμα ανάλογο μ' αυτό της Ανατολικής Ρωμυλίας. Στις 18 Ιουλίου οι Δυνάμεις κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο, κάτι που δεν αποθάρρυνε τους επαναστάτες. Στις 15 Αυγούστου η τακτική συνέλευση των Χανίων ψήφισε τις περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσε ο Βενιζέλος.

Συναντήθηκαν και πάλι μαζί του οι πρόξενοι και έκαναν δεκτές τις μεταρρυθμίσεις που πρότεινε. Αυτό οδήγησε στον τερματισμό της επανάστασης του Θερίσου και στην παραίτηση του Ύπατου Αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ανέθεσαν στον βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Α΄ να εκλέξει αυτός νέο Αρμοστή. Τοποθετήθηκε στη θέση αυτή ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ενώ επετράπη Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί να αναλάβουν την οργάνωση της Κρητικής Χωροφυλακής. Μόλις οργανώθηκε Χωροφυλακή άρχισαν να αποχωρούν τα ξένα στρατεύματα από το νησί.

Τον Σεπτέμβριο του 1908 ο αυτοκράτορας της Αυστρίας ανακοίνωσε την προσάρτηση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης και ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας την ανεξαρτησία της. Οι Κρητικοί δεν έχασαν την ευκαιρία. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1908 ξέσπασε επανάσταση στο νησί. Χιλιάδες πολίτες των Χανίων και των γύρω περιοχών την ημέρα αυτή συγκρότησαν συλλαλητήριο, στο οποίο ο Βενιζέλος κήρυξε την οριστική ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα. Έχοντας συνεννοηθεί με την κυβέρνηση της Αθήνας, ο Ζαΐμης αναχώρησε για την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους πριν από το συλλαλητήριο. Συγκλήθηκε η συνέλευση και κήρυξε την ανεξαρτησία της Κρήτης, οι δημόσιοι υπάλληλοι ορκίσθηκαν πίστη στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ της Ελλάδας, ενώ διορίστηκε πενταμελής εκτελεστική επιτροπή με την εντολή να κυβερνήσει το νησί εν ονόματι του βασιλιά των Ελλήνων και σύμφωνα με τους νόμους του ελληνικού κράτους. Πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Μιχελιδάκης με τον Βενιζέλο υπουργό Εξωτερικών και Δικαιοσύνης. Τον Απρίλιο του 1910 συγκλήθηκε νέα συνέλευση, της οποίας ο Βενιζέλος εκλέχθηκε πρόεδρος ενώ κατόπιν έγινε πρωθυπουργός. Όλα τα ξένα στρατεύματα έφυγαν από την Κρήτη και η εξουσία περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυβέρνηση Βενιζέλου.

Ο Βενιζέλος στην Ελλάδα

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο κέρμα των 50 λεπτώνΤον Αύγουστο του 1909 ξέσπασε στην Αθήνα στρατιωτική επανάσταση στο Γουδί. Παραιτήθηκε η κυβέρνηση Ράλλη και σχηματίσθηκε καινούργια υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Όμως, επειδή είχε δημιουργηθεί πολιτικό αδιέξοδο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος (η οργάνωση των αξιωματικών που είχε κάνει την επανάσταση), ο οποίος είχε απόλυτη εξουσία, προσκάλεσε τον Βενιζέλο από την Κρήτη να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ήλθε λοιπόν στην Αθήνα ο Βενιζέλος και, αφού είχε διαβουλεύσεις με τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο και με εκπροσώπους του πολιτικού κόσμου, εισηγήθηκε τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης και τη σύγκληση μεταρρυθμιστικής Βουλής. Η Βουλή αυτή, όμως, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο για το καθεστώς. Ο Βενιζέλος σταμάτησε τότε όλες τις επαφές του κι ετοιμαζόταν να γυρίσει στην Κρήτη. Ο Γεώργιος Α΄, φοβούμενος κλιμάκωση της κρίσης, συγκάλεσε συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών, οι οποίοι του συνέστησαν να δεχθεί τη λύση Βενιζέλου. Ο βασιλιάς, μετά από πολλές αναβολές, συμφώνησε και ανέθεσε στον Στέφανο Δραγούμη (ήταν υπόδειξη του Βενιζέλου) να σχηματίσει κυβέρνηση που θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές.

Ο Βενιζέλος έφυγε ταξίδι στην Ελβετία, έγιναν εκλογές στις 8 Αυγούστου 1910 και εξελέγη σχεδόν παμψηφεί βουλευτής Αττικής. Ο Δημήτριος Ράλλης υπέδειξε στον βασιλιά να βάλει τον Βενιζέλο στην κυβέρνηση. Στις 5 Σεπτεμβρίου ήλθε στην Αθήνα ο Βενιζέλος όπου έτυχε θερμής υποδοχής από τον λαό. Σε ομιλία του, παρουσίασε τις πολιτικές του θέσεις, τόνισε δε ότι η χώρα χρειαζόταν αναθεωρητική Βουλή ενώ ο κόσμος από κάτω φώναζε "Συντακτική". Η κυβέρνηση Δραγούμη, που δεν είχε τη δύναμη στη Βουλή ώστε να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, παραιτήθηκε. Στις 19 Οκτωβρίου 1910 ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός. Επειδή, όμως, δεν είχε την πλειοψηφία στη Βουλή, στις 21 τη διέλυσε και προκήρυξε εκλογές, στις οποίες δεν πήραν μέρος τα παλιά κόμματα. Η καινούργια Βουλή αναθεώρησε το Σύνταγμα, διαλύθηκε κατόπιν και προκηρύχθηκαν νέες εκλογές.

Βαλκανικοί Πόλεμοι

Φωτογραφία στο ελληνικό Γενικό Στρατηγείο στο Χατζή-Μπεηλίκ, πριν την Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου, 1913. Από αριστερά: αρχηγός επιτελείου, Βίκτωρ Δούσμανης, Βασιλιάς Κωνσταντίνος, Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Ιωάννης Μεταξάς φαίνεται δεύτερος από δεξιά.Στο μεταξύ, υπήρχαν διπλωματικές επαφές, με στόχο να γίνουν μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των εκεί χριστιανικών πληθυσμών. Σε περίπτωση αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων , σχεδιαζόταν να διωχθεί η Τουρκία από τα Βαλκάνια. Αυτό το τελευταίο φαινόταν εφικτό, επειδή μετά την εισαγωγή συντάγματος, ο διοικητικός μηχανισμός της Τουρκίας είχε αποδιοργανωθεί, δεν είχε στόλο για να μεταφέρει δυνάμεις από τη Μικρά Ασία στην Ευρώπη ενώ ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο. Ο Βενιζέλος δεν ήθελε να γίνουν άμεσα κινήσεις από τις βαλκανικές χώρες, προκειμένου να αναδιοργανωθεί στρατιωτικά η χώρα (προσπάθεια που είχε ξεκινήσει από την τελευταία κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη). Πρότεινε στην Τουρκία να αναγνωρίσει στους Κρητικούς το δικαίωμα να στέλνουν βουλευτές στην ελληνική Βουλή, ούτως ώστε να κλείσει το Κρητικό Ζήτημα. Οι Νεότουρκοι (που είχαν πάρει αέρα μετά τη νίκη της Τουρκίας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897) απειλούσαν ότι θα κάνουν στρατιωτικό περίπατο μέχρι την Αθήνα, αν η τελευταία επέμενε σε τέτοιες αξιώσεις.

Ήταν λοιπόν μονόδρομος για τον Βενιζέλο η συμμαχία με τις άλλες βαλκανικές χώρες, Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο. Έπεισε τον διάδοχο Κωνσταντίνο να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα σε κάποια βασιλική γιορτή στη Σόφια και οργάνωσε επίσκεψη στην Αθήνα Βουλγάρων φοιτητών, το 1911, που έγινε σε πολύ καλό κλίμα. Τον Μάιο του 1912 Ελλάδα και Βουλγαρία υπέγραψαν συνθήκη. Αλλά οι σφαγές των Κοτσάνων και της Μπράνας επέσπευσαν τις εξελίξεις. Η Σερβία και η Βουλγαρία που είχαν υπογράψει μεταξύ τους μυστική συνθήκη συμμαχίας, προσκάλεσαν την Ελλάδα τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου 1912 να πάρει μέρος μαζί τους στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.

Ο Βενιζέλος είχε προσεγγίσει χωρίς αποτέλεσμα τους Τούρκους για το Κρητικό Ζήτημα και, επιπλέον, δεν ήθελε να την πάθει η Ελλάδα όπως το 1877 με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (τότε παρέμεινε αδρανής ενώ οι άλλοι βαλκανικοί λαοί πολέμησαν με αποτέλεσμα να μην έχει λόγο μετά στη συνθήκη ειρήνης). Έτσι, στις 30 Σεπτεμβρίου 1912 κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία. Ήταν ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Την 1 Οκτωβρίου, συνήλθε σε τακτική σύνοδο η Βουλή, όπου αναγγέλθηκε η κήρυξη του πολέμου, έγιναν δεκτοί οι Κρητικοί βουλευτές που τους προσφώνησε ο Βενιζέλος και κηρύχθηκε η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Ο ελληνικός λαός υποδέχθηκε τις εξελίξεις αυτές με μεγάλο ενθουσιασμό.

Ο στρατός, με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο, προήλασε προς τη Μακεδονία, επιτυγχάνοντας αλλεπάλληλες νίκες και στις 26 Οκτωβρίου 1912 κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη. Σ' αυτή την περίοδο σημειώθηκε και η γνωστή διαφωνία με τον διάδοχο Κωνσταντίνο Α', για την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει ο στρατός και ποιες πόλεις θα έπρεπε να απελευθερωθούν πρώτα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα εμφανιζόταν μετά την απελευθέρωση της πόλης στον τομέα της αστυνόμευσής της και γνωρίζοντας ότι οι Βούλγαροι σύμμαχοι μας αλλά και οι μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θα προωθούσαν μία εικόνα άναρχης πόλης και μίας Ελληνικής πολιτείας ανίκανης να επιβάλλει την τάξη, φρόντισε, από τις 24 Οκτωβρίου, πριν ακόμη απελευθερωθεί η πόλη, να διατάξει την μεταφορά δυνάμεως της Κρητικής χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη.Στις 20 Νοεμβρίου, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία υπέγραψαν ανακωχή με την Τουρκία. Η Ελλάδα συνέχιζε τον πόλεμο στο μέτωπο της Ηπείρου. Ακολούθησε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, όπου η Ελλάδα πήρε μέρος αν και δεν είχαν τελειώσει οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο. Η συνδιάσκεψη αυτή κατέληξε στη Συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ των συμμάχων και της Τουρκίας.

Την επομένη της νίκης, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσωφ, ενώ γινόταν δοξολογία στη Σόφια για τη συμμαχική νίκη, έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στο Βενιζέλο: "Είμαι ευτυχής, αναγγέλλων υμίν την συγκινητικήν ταύτην τελετήν, κατά την οποίαν η αγία ημών Εκκλησία ηυλόγησε γεγονός το οποίον διά πρώτην φοράν η ιστορία θα αναγράψη εν τη βαλκανική χερσονήσω και σας παρακαλώ να ευαρεστηθήτε όπως δεχθήτε όλα τα συγχαρητήριά μου και τας ειλικρινείς ευχάς, τας οποίας εκφράζω, όπως εν καλόν και ευτυχές τέλος επιστέψη το έργον, του οποίου η πρωτοβουλία τα μέγιστα οφείλεται εις την υμετέραν εξοχότητα και την Κυβέρνησιν, της οποίας προϊστασθε".

Γρήγορα, εντούτοις, οι Βούλγαροι, οι οποίοι ήθελαν να γίνουν ηγεμονική δύναμη στα Βαλκάνια προέβαλαν υπερβολικές αξιώσεις. Και η Σερβία ζητούσε περισσότερα εδάφη απ' όσα είχε προσυμφωνήσει με τους Βουλγάρους, επειδή τους βοήθησε στη Θράκη πέρα απ' όσο είχε συμφωνηθεί. Κι ο Βενιζέλος ξεκαθάρισε στον στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου ότι η Θεσσαλονίκη ήταν της Ελλάδας, αφού άλλωστε πρώτος την κατέλαβε ο ελληνικός στρατός.

Η ρήξη μεταξύ των συμμάχων λόγω της τακτικής των Βουλγάρων και ειδικότερα υπό τον Στογιάν Δάνεφ, (που είχε στο μεταξύ αντικαταστήσει τον Γκέσωφ στη πρωθυπουργία), ήταν αναπόφευκτη. Έτσι βρέθηκε η Βουλγαρία απέναντι σ' ένα ενιαίο μέτωπο Ελλάδας - Σερβίας, οι οποίες στις 19 Μαΐου 1913 υπέγραψαν σύμφωνο συμμαχίας στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Ιουνίου 1913 κηρύχθηκε ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος. Ο βασιλιάς πλέον Κωνσταντίνος έδιωξε τις βουλγαρικές δυνάμεις από τη Θεσσαλονίκη, κατήγαγε δε κατόπιν αλλεπάλληλες νίκες επί του βουλγαρικού στρατού. Νικημένοι από τους Έλληνες και τους Σέρβους κι ενώ ο ρουμανικός στρατός προήλαυνε προς τη Σόφια, οι Βούλγαροι ζήτησαν ανακωχή. Ο Βενιζέλος πήγε στο Χατζή Μπεϊλίκ, έδρα του ελληνικού στρατηγείου, όπου προσδιόρισε μαζί με τον Κωνσταντίνο ποιές θα ήταν οι εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας στη συνδιάσκεψη της ειρήνης. Κατόπιν ανεχώρησε για το Βουκουρέστι, όπου συνήλθε η συνδιάσκεψη. Στις 28 Ιουνίου 1913 υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης από την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Ρουμανία αφενός και από τη Βουλγαρία αφετέρου. Οι αξιώσεις της Ελλάδας έγιναν όλες δεκτές. Ο Βενιζέλος γνωστοποίησε αυθημερόν με τηλεγράφημα στον βασιλιά την υπογραφή της συνθήκης.

Η απάντηση του Κωνσταντίνου ήταν η εξής: "Ευχαριστώ υμάς επί τη αναγγελία της υπογραφής της ειρήνης. Ο Θεός πλουσιοπαρόχως ηυλόγησε τας προσπαθείας ημών. Εν ονόματι του έθνους και εμού εκφράζω υμίν τας βασιλικάς μου ευχαριστίας. Νέα και ένδοξος εποχή διανοίγεται ενώπιον ημών. Εις πίστωσιν δε της ευγνωμοσύνης και της προς υμάς υπολήψεώς μου απονέμω υμίν τον Μεγαλόσταυρον του βασιλικού μου Τάγματος του Σωτήρος. Η πατρίς σάς είναι ευγνώμων".

Και η απάντηση του Βενιζέλου: "Βαθύτατα συγκεκινημένος από το τηλεγράφημα της υμετέρας μεγαλειότητος, παρακαλώ αυτήν ευλαβώς να δεχθή την έκφρασιν της αναλλοιώτου μου ευγνωμοσύνης διά την επιεική εκτίμησιν των υπηρεσιών μου. Με το ευτυχές τέρμα και του δευτέρου πολέμου υπό τον μέγαν στρατηλάτην βασιλέα, όστις διά του ξίφους του εμεγάλωσε την Ελλάδα, η φιλτάτη πατρίς καταλαμβάνει την ανήκουσαν αυτή θέσιν εν τω κόσμω και με σταθερόν βήμα θέλει χωρήσει εις ευρύτατον μέλλον, ασφαλίζουσα το μεγαλείον και την ευημερίαν αυτής".

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Προτομή του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Βελιγράδι, ΣερβίαΟ Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε το φθινόπωρο του 1914. Μέχρι το 1915 η Ελλάδα παρέμεινε εκτός της σύρραξης. Της ζήτησε όμως η Αντάντ να πάρει μέρος στην εκστρατεία στα Δαρδανέλλια. Ο Βενιζέλος, που ήθελε να μπει η χώρα στον πόλεμο με την Αντάντ, διαφώνησε με τον βασιλιά, υπέβαλε την παραίτησή του και πήγε στην Αίγυπτο. Η Βουλή διαλύθηκε, έγιναν εκλογές στις 31 Μαΐου 1915, που έδωσαν την πλειοψηφία στο Κόμμα των Φιλελευθέρων κι ο βασιλιάς έδωσε εντολή στον Βενιζέλο να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός, μιλώντας στη Βουλή, τόνισε ότι η Ελλάδα θα έμενε ουδέτερη εκτός αν έκτακτες περιστάσεις την υποχρέωναν ν' αλλάξει γραμμή πλεύσης.

Τον Σεπτέμβριο 1915 η Βουλγαρία προσχώρησε στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες και κήρυξε επιστράτευση. Η Ελλάδα κήρυξε, επίσης, επιστράτευση αλλά προέκυψε διχογνωμία μεταξύ Κωνσταντίνου - Βενιζέλου όσον αφορά στις υποχρεώσεις της χώρας μας απέναντι στη Σερβία εκ της συνθήκης που είχαν υπογράψει οι δύο χώρες. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, σχημάτισε κυβέρνηση ο Αλέξανδρος Ζαϊμης στην οποία συμμετείχαν οι αρχηγοί όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Παραιτήθηκε και η κυβέρνηση Ζαϊμη, σχηματίστηκε δε κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Σκουλούδη, στην οποία πήραν μέρος όλοι όσοι συνέπραξαν στην προηγούμενη κυβέρνηση (Ζαϊμη). Η κυβέρνηση Σκουλούδη διέλυσε τη Βουλή και διεξήγαγε εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915, στις οποίες δεν πήρε μέρος το Κόμμα των Φιλελευθέρων, θεωρώντας τες άκυρες. Εν τω μεταξύ, οι σύμμαχοι, η Αντάντ, αποβίβασαν στρατό στη Θεσσαλονίκη, ανοίγοντας το Βαλκανικό μέτωπο.

Εθνικός Διχασμός

Η τριανδρία της Εθνικής Αμύνης. Από αριστερά: Παύλος Κουντουριώτης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Παναγιώτης ΔαγκλήςΣτις 16 Αυγούστου 1916 έγινε συλλαλητήριο στην Αθήνα (κίνημα της Εθνικής Αμύνης), όπου με την υποστήριξη του συμμαχικού στρατού, που είχε αποβιβαστεί στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στο λαό την πλήρη διαφωνία του με τους χειρισμούς του Στέμματος. Τέθηκε επικεφαλής επανάστασης (με το κίνημα Εθνικής Άμυνας) με έδρα τη Θεσσαλονίκη, στην οποία πήγε και σχημάτισε επαναστατική "Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας" μαζί με τους ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή χρησιμοποιώντας την Κρητική Χωροφυλακή αφού προηγουμένως, στις 25 Σεπτεμβρίου, πέρασε από την Κρήτη, η οποία προσχώρησε κι αυτή στην επανάσταση. Προσχώρησαν και τα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η διαφωνία του νόμιμου πρωθυπουργού Βενιζέλου με τον γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο, η παραίτησή του και ο σχηματισμός στη Θεσσαλονίκη Προσωρινής Κυβέρνησης (26 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1916), η οποία τάχθηκε με το πλευρό των Συμμάχων και κήρυξε έκπτωτο τον Κωνσταντίνο, ήταν η αιτία για την οποία η Εκκλησία της Ελλάδας εναντιώθηκε και τελικά αφόρισε τον Βενιζέλο.[1]

Στην Αθήνα, επενέβη η Αντάντ και υποχρέωσε την κυβέρνηση Σκουλούδη να παραιτηθεί. Σχηματίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Καλογερόπουλο και η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της. Τα μέλη της κυβέρνησης Καλογερόπουλου διαφώνησαν μεταξύ τους ως προς την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί, οδηγώντας την έτσι σε παραίτηση. Ο Σπυρίδων Λάμπρος σχημάτισε κυβέρνηση με μη πολιτικά πρόσωπα. Την κυβέρνηση αυτή διαδέχθηκε νέα υπό τον Αλέξανδρο Ζαϊμη. Οι σύμμαχοι αποφάσισαν να απομακρύνουν από τον θρόνο και την Ελλάδα τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, να τον διαδεχθεί δε ο γιός του Αλέξανδρος. Στις 29 Μαΐου 1917 ο Κωνσταντίνος αναχώρησε και λίγες μέρες μετά ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση, συγκλήθηκε δε η Βουλή, η οποία είχε προκύψει από τις εκλογές της 31 Μαΐου 1915. Στις 11/24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις κεντρικές δυνάμεις.

Όταν η Γερμανία υπέγραψε ανακωχή, συνήλθε στο Παρίσι η συνδιάσκεψη της ειρήνης, όπου ο Βενιζέλος παρέστη ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας και πρόβαλε τις αξιώσεις της χώρας μας, οι οποίες έγιναν στο σύνολό τους δεκτές με τις συνθήκες του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) και των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920). Ως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών η Ελλάδα προσάρτησε (προσωρινά) την Ανατολική Θράκη και την Σμύρνη. Όντας στη Γαλλία, ο Βενιζέλος εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ενώ επρόκειτο να γυρίσει στην Ελλάδα, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυόν, στο Παρίσι από δύο απότακτους Έλληνες αξιωματικούς. Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, γύρισε τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα.

Ο θάνατος του βασιλιά Αλέξανδρου είχε ως συνέπεια να ανακηρύξει αντιβασιλέα η Βουλή τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Έγιναν βουλευτικές εκλογές την 1 Νοεμβρίου 1920. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων έλαβε 50,31% του συνόλου των ψήφων αλλά νικήθηκε από την ενωμένη αντιπολίτευση που είχε λάβει το 49,36% λόγω του εκλογικού νόμου. Ο Βενιζέλος δεν εξελέγη καν βουλευτής. Την μεθεπομένη σχημάτισε κυβέρνηση ο Δημήτριος Ράλλης, παραιτήθηκε ο Κουντουριώτης κι έγινε αντιβασίλισσα η βασιλομήτωρ Όλγα μέχρι να γίνει δημοψήφισμα, το οποίο θα επανέφερε τον εξόριστο Κωνσταντίνο. Στις 4 Νοεμβρίου ο Βενιζέλος αναχώρησε για το Παρίσι, δηλώνοντας ότι αποσύρεται από την ενεργό πολιτική και σκοπεύει να ιδιωτεύσει αλλά αν η χώρα ζητήσει τις υπηρεσίες του στο εξωτερικό, θα είναι στη διάθεσή της. Σύντομα την ουσιαστική εξουσία ανέλαβε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ό οποίος τέθηκε επικεφαλής του στρατού και οδήγησε τη χώρα στη μικρασιατική καταστροφή.

Παραίτηση

Εξώφυλλο της εφημερίδας «Εμπρός» αναγγέλλει την υπογραφή της Συνθήκης της ΛωζάννηςΜετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την επανάσταση του 1922, ο Βενιζέλος δέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη διάσκεψη της Λωζάννης όπου στις 24 Ιουλίου 1923 υπέγραψε τη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Στις 16 Δεκεμβρίου 1923 έγιναν εκλογές για συντακτική συνέλευση από τις οποίες απέσχε η αντιπολίτευση. Ο Βενιζέλος εκλέχθηκε βουλευτής στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές (το επέτρεπε το εκλογικό σύστημα) κι επέστρεψε στην Ελλάδα, έγινε δε πρόεδρος της Βουλής με την ψήφο όλων των βουλευτών. Διαφώνησε όμως με την πολιτική παράταξη που είχε ταχθεί στο πολιτειακό υπέρ της Δημοκρατίας (την επομένη των εκλογών απομακρύνθηκε προσωρινά ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄), παραιτήθηκε από την προεδρία της Βουλής και σχημάτισε κυβέρνηση στις 11 Ιανουαρίου 1924, θέλοντας να συμβιβάσει τα πράγματα. Όμως, η ανάμειξη ξένων στοιχείων στην πολιτική και ένα πρόβλημα στην υγεία του τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί στις 4 Φεβρουαρίου, να υποδείξει ως διάδοχό του τον Γεώργιο Καφαντάρη και να φύγει και πάλι στο Παρίσι.

Δεν άκουσε τους οπαδούς του που του ζητούσαν να επανέλθει και να αναλάβει και πάλι την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στο Παρίσι επιδόθηκε στη μετάφραση των "Ιστοριών" του Θουκυδίδη. Η μετάφραση αυτή είναι ένα μνημειώδες έργο και αποτελεί λαμπρή συνεισφορά στο εγχείρημα της μεταφοράς των κειμένων της αρχαιότητας στα νέα ελληνικά.

Νέα άνοδος
Αφού ανέτρεψε τη δικτατορία του Πάγκαλου ο Γεώργιος Κονδύλης στις 22 Αυγούστου 1926, ορκίστηκε Πρωθυπουργός και έκανε εκλογές, στις οποίες δεν συμμετείχε ο ίδιος, ουτε ο Βενιζέλος που δεν θέλησε να είναι υποψήφιος. Βοήθησε όμως να σχηματιστεί οικουμενική κυβέρνηση από τον Αλέξανδρο Ζαϊμη με στόχο την γεφύρωση των πολιτικών διαφορών και την εθνική συμφιλίωση. Η κυβέρνηση αυτή παραιτήθηκε και σχηματίστηκε νέα στην οποία δεν συμμετείχε το Λαϊκό Κόμμα. Ο Βενιζέλος γύρισε τότε στην Ελλάδα, διαφώνησε ωστόσο με την κυβέρνηση επί της ασκουμένης οικονομικής πολιτικής. Η διαφωνία του οδήγησε στη διάσπαση του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του οποίου ανέλαβε την ηγεσία. Στις 5 Ιουλίου 1928 παραιτήθηκε η κυβέρνηση Ζαϊμη. Ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός και προκήρυξε εκλογές για τις 19 Αυγούστου 1928. Τις κέρδισε το Κόμμα των Φιλελευθέρων που πήρε τις 228 από 250 έδρες της Βουλής. Ο Βενιζέλος κυβέρνησε μέχρι το 1932.

Εξωτερική πολιτική 1928-32
Κύριος στόχος του Βενιζέλου την περίοδο αυτή υπήρξε να αποφύγει την εξάρτηση της Ελλάδας από μία μόνο μεγάλη δύναμη. Προσπάθησε λοιπόν, να δημιουργήσει φιλικές σχέσεις τόσο με τις γειτονικές χώρες όσο και με αυτές που κυριαρχούσαν στη Μεσόγειο. Έτσι, η πρώτη διπλωματική κίνηση του Βενιζέλου ήταν η υπογραφή συμφώνου φιλίας, συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού με την Ιταλία στις 23 Σεπτεμβρίου 1928.

Βαλκάνια
Εν συνεχεία, ο Βενιζέλος στράφηκε στη Γιουγκοσλαβία, η οποία από καιρό είχε διεκδικήσεις για μία «ελεύθερη ζώνη» στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ο Βενιζέλος αποδέχτηκε ορισμένες από τις γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις και αφού απομακρύνθηκε αυτό το εμπόδιο, στις 17 Μαρτίου 1929 υπογράφτηκε το ελληνογιουγκοσλαβικό πρωτόκολλο στη Γενεύη.

Με τη Βουλγαρία η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη: οι Βούλγαροι απέρριψαν την προσφορά του Βενιζέλου για δημιουργία «ελεύθερου λιμανιού» στη Θεσσαλονίκη ή την Αλεξανδρούπολη, καθώς διατηρούσαν αλυτρωτικές βλέψεις για τις περιοχές αυτές. Έτσι, ο Βενιζέλος περιορίστηκε στην επανάληψη πλήρων διπλωματικών σχέσεων με τη γείτονα χώρα.

Ελληνοτουρκική προσέγγιση

Ο Βενιζέλος με τον Ατατούρκ στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1930Η πιο πολυσυζητημένη όμως, πράξη του Βενιζέλου ήταν η υπογραφή της ελληνοτουρκικής σύμβασης στην Άγκυρα, στις 10 Ιουνίου 1930. Με αυτή τη συμφωνία έκλεισαν οι περισσότερες εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Ελλάδα συμφώνησε να πληρώσει 425.000 λίρες Αγγλίας ως αποζημίωση για τους Τούρκους που έφυγαν από τη χώρα και σε αντάλλαγμα η Τουρκία δεχόταν να αναγνωρίσει τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ως μόνιμους κατοίκους. Εν συνεχεία, στις 30 Οκτωβρίου υπογράφτηκε στην Άγκυρα το σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας, ουδετερότητας και διαιτησίας. Η διπλωματική αυτή προσέγγιση άλλαξε άρδην το κλίμα στις δύο χώρες με αποτέλεσμα τόσο ο Βενιζέλος στην Άγκυρα όσο ο Ισμέτ Ινονού στην Αθήνα να τύχουν θερμής υποδοχής από τους κατοίκους.

Επικρίσεις
Όμως, οι διπλωματικές αυτές κινήσεις του Βενιζέλου συνάντησαν σημαντική αντίδραση, καθώς έβαλε σε δεύτερη μοίρα τις εθνικές βλέψεις της χώρας. Η Ιταλία είχε ακόμα στην κατοχή της τα Δωδεκάνησα και ο Βενιζέλος συνειδητά απέφυγε να ανακινήσει αυτό το ζήτημα για να μη διαταράξει τις σχέσεις των δύο χωρών. Εν όψει μάλιστα της σύναψης του συμφώνου της ελληνοϊταλικής φιλίας στις 23.9.1928, δήλωσε στον Τύπο: "Δεν δύναται και δεν πρέπει η Δωδεκάνησος να εμποδίση την ανάπτυξιν και εμπέδωσιν των σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας". Παράλληλα, ως ένδειξη φιλίας προς τη Βρετανία αποθάρρυνε τις πρωτοβουλίες των Κυπρίων για Ένωση. Όμως αναμφίβολα, το ζήτημα που ακόμα και σήμερα προκαλεί τις περισσότερες συζητήσεις είναι η ελληνοτουρκική προσέγγιση, γιατί με αυτή την κίνηση ο Βενιζέλος έθεσε οριστικά τέρμα στις ελπίδες των μικρασιατών να επιστρέψουν στις εστίες του. Αυτό οδήγησε στην εκλογική τους αποξένωση με αποτέλεσμα αρκετοί μικρασιάτες να στραφούν στο Λαϊκό Κόμμα στις επόμενες εκλογές.[2]

Πραξικόπημα και εξορία
Στις 16 Ιανουαρίου 1933 η κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη ανετράπηκε, και για τελευταία φορά, πρωθυπουργός έγινε ο Βενιζέλος. Στις εκλογές της 5 Μαρτίου όμως τα αντίπαλα κόμματα πλειοψήφισαν. Τότε ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας ηγήθηκε πραξικοπήματος υπέρ του Βενιζέλου. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όμως ονόμασε πρώτα πρωθυπουργό τον στρατηγό Οθωναίο ώστε να καταστείλει το πραξικόπημα, και αμέσως μετά έκανε πρωθυπουργό τον Τσαλδάρη. Στις αρχές Μαΐου ο Ιωάννης Μεταξάς κατέθεσε στην Βουλή πρόταση δίωξης του Βενιζέλου. Στις αρχές Ιουνίου αντιβενιζελικοί αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο στην λεωφόρο Κηφισίας και ακολούθησαν και διώξεις φιλοβενιζελικών αξιωματικών. Κατά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του τραυματίστηκε η γυναίκα του Έλενα Βενιζέλου, η οποία μετέβαινε επίσης στο αυτοκίνητο, και σκοτώθηκαν μέλη της προσωπικής του ασφάλειας.

Το 1935 ενθάρρυνε στρατιωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε την 1 Μαρτίου από βενιζελικούς αξιωματικούς. Το κίνημα όμως δεν είχε αρχηγό και αναγκάστηκε να το αναλάβει ο ίδιος. Αυτό είχε σαν αποτελέσματα την αποχώρηση του Γεωργίου Παπανδρέου από το Κόμμα Φιλελευθέρων, την έκδοση νόμων δίωξης των φιλοβενιζελικών και περιορισμού άρθρων του Συντάγματος, και βέβαια την ερήμην καταδίκη σε θάνατο του Βενιζέλου και του Πλαστήρα. Από την κατάσταση αυτή επωφελήθηκαν ο Μεταξάς και ο Κονδύλης θέτοντας ξανά το καθεστωτικό ζήτημα και οδηγώντας στην κατάλυση της Δημοκρατίας και επάνοδο της Μοναρχίας.

Ο Βενιζέλος μετά από μια δήλωση αποχώρησης από την πολιτική ζωή κατέφυγε στο Παρίσι, όπου πέθανε το 1936. Το σώμα του μεταφέρθηκε και θάφτηκε στο Ακρωτήρι της Κρήτης παρουσία του Διαδόχου Παύλου.