Translate

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΔΕΛΤΑ

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009



της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου
Βαλκανικά σύμμεικτα, σελ 147-158
ΙΜΧΑ, 1995

Τα παιδικά κατεξοχήν βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα με ιστορικό περιεχόμενο ή έστω αναφορές, δηλαδή τα «Για την πατρίδα» (1909), «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» (1911), «Ο Μάγκας» (1935 —με αρκετές ιστορικές διηγήσεις) και «Στα μυστικά του Βάλτου» (1937)1, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα είδος θεματικής ενότητας στο σύνολο του έργου της συγγραφέως. Κεντρικό συνδετικό στοιχείο της τετραλογίας που οδηγεί σε ένα τέτοιου είδους συμπέρασμα αποτελεί η εμμονή στη Μακεδονία ως τόπο εξέλιξης των ιστορικών γεγονότων που περιγράφονται. Από ό,τι φαίνεται από τις χρονολογίες έκδοσης των βιβλίων, η ενασχόληση με τη Μακεδονία αρχίζει για τη Δέλτα κατά τη δεκαετία 1900-1910 περίπου, όταν σε ένα πρώτο «μακεδόνικο κύκλο» γράφονται και εκδίδονται τα βιβλία «Για την πατρίδα» και «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου», ενώ αναζωπυρώνεται δημιουργικά και πάλι στα μέσα της δεκαετίας του '30 με την ολοκλήρωση κατ' αρχήν του «Μάγκα» και δύο χρόνια αργότερα του «Στα μυστικά του Βάλτου». Ο πρώτος κύκλος αναφέρεται στη βυζαντινή εποχή. Ανακαλώνται και εξαίρονται τα κατορθώματα των βυζαντινών στρατηγών κατά των Βουλγάρων εισβολέων και διεκδικητών της ένδοξης μακεδόνικης γης. Ο δεύτερος κύκλος, πιο σύγχρονος αυτή τη φορά, παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο τον αγώνα των Ελλήνων ενάντια στους Βουλγάρους στη Μακεδονία του σχετικά πολύ πρόσφατου μακεδόνικου αγώνα, εστιάζοντας το ενδιαφέρον ειδικά στη λίμνη των Γιαννιτσών, το «Βάλτο».

Στα πρώτα δύο μακεδόνικα μυθιστορήματα της η Δέλτα προσεγγίζει τον τόπο από ασφαλή χρονική απόσταση περιγράφοντας τους αγώνες των Βυζαντινών ενάντια στον ίδιο εχθρό, τους Βουλγάρους• το 1915 όμως έχει αρχίσει κιόλας να σχεδιάζει το «Στα μυστικά του Βάλτου»2. Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο στους λόγους που ενέπνευσαν στη Δέλτα την ενασχόληση με τη Μακεδονία, ούτε και στις πηγές και στους τρόπους που μάζεψε τα αναγκαία στοιχεία και τις πληροφορίες για τα βιβλία της, αφού για αυτά τα θέματα έχουν ήδη γραφεί αρκετά3. Αυτό που κατ' αρχήν ενδιαφέρει είναι η ......

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Θεσσαλονίκη-Από τα έδρανα...στα όπλα - Οι αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι δάσκαλοι του νομού Θεσσαλονίκης και οι ευεργέτες των σχολείων της πόλης


της Ειρήνης Ρακιτζή
http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=7643

Καθοριστική σημασία στην εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα, κατά την πενταετία, 1903-1908, διαδραμάτισαν αφανείς πρωταγωνιστές, των οποίων το πεδίο δράσης εναλλασσόταν μεταξύ της αίθουσας διδασκαλίας και εκτός αυτής, στις τοπικές κοινωνίες.

Πρόκειται για τους δασκάλους, οι οποίοι συνδύαζαν τον εκπαιδευτικό τους ρόλο μ' εκείνον του πράκτορα, του καθοδηγητή, του οργανωτή, του μεταφορέα οπλισμού και του συνδέσμου.

Το έργο τους αποτελεί μια άγνωστη πτυχή της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, ωστόσο εξίσου καθοριστικής σημασίας με τις πράξεις ανδρείας και τη δράση των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων, αφού ο Μακεδονικός Αγώνας, εκτός από τις συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ανταρτών σε γεωπολιτικό επίπεδο, ήταν αγώνας που δόθηκε για την επικράτηση και εδραίωση της εθνικής συνείδησης.

Τα προβλήματα που καλούνταν να αντιμετωπίσουν ήταν πολλαπλά, καθώς στην υπό οθωμανική διοίκηση Μακεδονία, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού είχε αλλοφωνήσει. Ο έλεγχος των εκκλησιών και των σχολείων ήταν απαραίτητος για τη συνοχή και προϋπόθεση για την εξασθένιση της βουλγαρικής επιρροής.

Σύμφωνα με τον επιστημονικό συνεργάτη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Κωνσταντίνο Παπανικολάου, ο εντοπισμός όλων εκείνων των εκπαιδευτικών που συνδύαζαν τη διδασκαλία με την ενεργή συμμετοχή στο Μακεδονικό Αγώνα, ιδιαίτερα για την περιοχή της Θεσσαλονίκης, αποτελεί δύσκολο εγχείρημα, καθώς μοναδική πηγή αποτελούσαν τα απομνημονεύματα των οπλαρχηγών του Αγώνα, σποραδικές μαρτυρίες και προξενικές εκθέσεις.

Αδημοσίευτο, πρωτογενές υλικό που εξασφάλισε η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών από αρχεία της Διεύθυνσης Εφέδρων Πολεμιστών Αγωνιστών Θυμάτων και Αναπήρων (ΔΕΠΑΘΑ) του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και επεξεργάστηκε, για ερευνητικούς σκοπούς, ο κ. Παπανικολάου, φωτίζει και αποκαλύπτει τη δράση 4.668 αναγνωρισμένων αγωνιστών του Μακεδονικού Αγώνα, εκ των οποίων και πολλών Μακεδονομάχων εκπαιδευτικών στο νομό Θεσσαλονίκης.

Καλύπτει, επίσης, ένα σημαντικό κενό της έρευνας που μέχρι σήμερα επικεντρώνονταν στην συμβολή των απεσταλμένων αντάρτικων σωμάτων από την ελεύθερη τότε Ελλάδα, αφήνοντας στο περιθώριο τη συνεισφορά του γηγενούς μακεδονικού στοιχείου.


Και γυναίκες εκπαιδευτικοί Μακεδονομάχοι

«Είναι χαρακτηριστικό ότι, στον αγώνα των δασκάλων Μακεδονομάχων, έδρασαν με σημαντική προσφορά και γυναίκες εκπαιδευτικοί, ενώ ο καθένας λάμβανε κάποιο βαθμό, ανάλογα με την κατηγορία των καθηκόντων του στον Αγώνα. Όπως φαίνεται, υπήρχαν δύο κατηγορίες εκπαιδευτικών λειτουργών: αυτών που κατάγονταν από την Θεσσαλονίκη, αλλά δίδαξαν κυρίως εκτός νομού, και αυτών από άλλους νομούς της Μακεδονίας που δίδαξαν σε εκπαιδευτήρια της πόλης», αναφέρει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο κ.Παπανικολάου.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκει ο Αθανάσιος Δάκος από τον Βερτίσκο. Αρχικά, διετέλεσε δάσκαλος στα σλαβόφωνα χωριά της Γευγελής και της Γουμένισσας ενώ αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας και εργάστηκε ως Πράκτορας Γ΄ τάξης, στην περιοχή του Κιλκίς. Το βαθμό αυτό λάμβαναν όσοι εργάζονταν ως συλλέκτες πληροφοριών, μεταφορείς οπλισμού και όσοι προσέφεραν κάθε είδους υπηρεσίες στους Έλληνες μαχητές.

Με τον ίδιο βαθμό αναγνωρίστηκε για την εθνική του δράση και ο δάσκαλος Δημήτριος Δημητριάδης, γνωστός με το ψευδώνυμο «Ερμής». Πράκτορας Β΄ τάξης υπήρξε ο Δημήτριος Χουζούρης, για τον οποίο, ο αρχηγός Δ. Κάκκαβος αναφέρει στο πιστοποιητικό του, ως μέλος της Εθνικής Επιτροπής της πόλης: «Βεβαιώ ο υποφαινόμενος ότι ο Δημήτριος Χουζούρης κατά τον Μακεδονικό Αγώνα προσέφερε πολλάς εθνικάς υπηρεσίας ιδία λόγω της ιδιότητος του ως δασκάλου. Υπηρέτησεν εις διάφορα ξενόφωνα χωρία όπου εχρησίμευσεν ως πολύτιμος πράκτωρ προς παροχήν πληροφοριών των εν χωρίοις εκείνοις δρώντων ανταρτικών σωμάτων ου ένεκεν υπέπεσεν εις την δυσμένειαν των τουρκικών αρχών και παρ’ ολίγον να φυλακισθεί δι’ εθνικούς λόγους…».

Αξιόλογος είναι και ο αριθμός των διδασκαλισσών από τη Θεσσαλονίκη που συμμετείχαν στον αγώνα για τη Μακεδονία. Η πλέον διάσημη είναι η γνωστή στους περισσότερους Αγγελική Μεταλλινού -Τσιώμου. Αφού υπηρέτησε στα Γιαννιτσά, διορίστηκε δασκάλα στο Μεσημέρι της Έδεσσας, όπου συνεργάστηκε με τον καπετάν Ακρίτα και τον Μητροπολίτη Στέφανο. Ήταν επικηρυγμένη από το βουλγαρικό Κομιτάτο και κινδύνευσε πολλές φορές να χάσει τη ζωή της. Για το λόγο αυτό, έφερε μαζί της πάντα περίστροφο, το οποίο της είχε προμηθεύσει ο Αντ. Εξαδάκτυλος.

Όπως προκύπτει από το αρχείο της ΔΕΠΑΘΑ, είχε βρεθεί αντιμέτωπη με τους κομιτατζήδες Λούκα και Καρατάσο. Αναφέρεται ακόμη ότι τις Κυριακές μάθαινε στα μεγαλύτερα κορίτσια τραγούδια της Ελληνικής Επανάστασης. Για την προσφορά της παρασημοφορήθηκε από το ελληνικό κράτος. Πράκτορας Β΄ τάξης αναγνωρίστηκε η, επίσης καταγόμενη από τη Θεσσαλονίκη, Στέλλα Αναστασιάδου, η οποία διηύθυνε παρθεναγωγεία στις ευαίσθητες περιοχές των Γιαννιτσών και της Στρώμνιτσας. Το εκπαιδευτικό της έργο το συνέχισε στο Κάιρο, όπου δίδαξε σε διάφορα σχολεία της εκεί ομογένειας.

Ως νηπιαγωγός και αργότερα ως διευθύντρια παρθεναγωγείου εργάστηκε η Πράκτορας Γ΄ τάξης, Ελισάβετ Ιατρίδου. Σε σχολεία της Γευγελής και του Στογιάκοβου δίδαξε η Ελένη Ζωγραφοπούλου-Λασκαρίδου, η οποία, για τη εθνική της δράση, αναγνωρίστηκε ως Πράκτορας Β΄ τάξης.

Στο Στογιάκοβο εργάστηκε και η Αλεξάνδρα Μαρκοπούλου, με σημαντικότατο έργο ως πληροφοριοδότης και αγγελιοφόρος των ανταρτικών ομάδων, ενώ πράκτορας Α΄ τάξης ήταν η Αμαλία Οικονόμου, διευθύντρια της Σχολής Χειροτεχνημάτων «Άγιος Παύλος», στη Θεσσαλονίκη και η διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Έδεσσας, Ευφημία Πιάτσα-Κυριακοπούλου, με σημαντικό οργανωτικό έργο.

Η δράση της τελευταίας δεν περιορίστηκε στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας από τα έδρανα. Συνεισέφερε στα ελληνικά σώματα, περιθάλποντας μαχητές, μεταφέροντας οπλισμό και προπαγανδιστικό υλικό, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που, με τη χρήση πλαστών βουλγαρικών σφραγίδων, παραπλάνησε «εξαρχικούς» (Βούλγαρους).

Παρόμοιο ήταν το έργο και άλλων εκπαιδευτικών λειτουργών όπως η δασκάλα στη Φλώρινα και Πράκτορας Β΄ τάξης, Σοφία Τσιγγινάρη, η Αικατερίνη Γριζοπούλου και η Μελπομένη Φραντζελά.



Μακεδόνες δάσκαλοι στη Θεσσαλονίκη


Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε πεδίο δράσης και για γηγενείς Μακεδόνες δασκάλους, οι οποίοι συντονίζονταν από τον Έλληνα πρόξενο, Λάμπρο Κορομηλά, καθώς και από τον επικεφαλής της εθνικής προσπάθειας και αρχηγό της «Οργάνωσης Θεσσαλονίκης», Αθανάσιο Σουλιώτη - Νικολαΐδη.

Μεταξύ των συνεργατών του ήταν ο Γυμνασιάρχης, κατά τα έτη 1903-1905, Δημήτριος Σάρρος, ο επιθεωρητής, Ευθύμης Μπουντώνας, ο επιθεωρητής και ιδρυτής των ελληνογαλλικών εκπαιδευτηρίων «Σχολή Κωνσταντινίδη», ο επιθεωρητής, Γεώργιος Χατζηκυριακού, ο ιδρυτής του Μαρασλείου Λυκείου Θεσσαλονίκης, Στέφανος Νούκας, ο διευθυντής Διδασκαλείου, Χαρίλαος Χάρακας, και ο Άγγελος Παπαζαχαρίου, καθηγητής Γυμνασίου της πόλης.

Ιδιαίτερα σημαντική μορφή υπήρξε η καταγόμενη από την Έδεσσα Λίλη Βλάχου. Σπούδασε στο Αρσάκειο Αθηνών και το 1906 ανέλαβε τη διεύθυνση του Παρθεναγωγείου της γενέτειρας της. Εκεί, μύησε πολλές από τις μαθήτριες στον Αγώνα, χρησιμοποιώντας πολλές από αυτές ως συνδέσμους του ελληνικού Κομιτάτου.

Αργότερα, ύστερα από παρέμβαση του Προξενείου, μετατέθηκε στο Διδασκαλείο και νηπιαγωγείο της Θεσσαλονίκης, απ' όπου, με τον ίδιο ζήλο, συνέχισε το έργο της, αναλαμβάνοντας ριψοκίνδυνες αποστολές. Η ενόχληση που προκάλεσε στους «εξαρχικούς» οδήγησε στην εκτέλεσή της, εντός του Διδασκαλείου.

Από οικογένεια μακεδονομάχων καταγόταν ο δάσκαλος, Γρηγόριος Παπαζαφειρίου, ο οποίος γεννήθηκε στην Ειδομένη του Κιλκίς και έδρασε ως Πράκτορας Γ΄ τάξης. Στη διάρκεια της φοιτήσεώς του στο «Ελληνικό Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης» ήρθε σ' επαφή με Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούσαν στο Ελληνικό Προξενείο ως διπλωματικοί υπάλληλοι, καθώς και με τον Χαράλαμπο Καραμανώλη, Πράκτορα Α΄ τάξης, τον μετέπειτα ισόβιο Πρόεδρο του Πανελληνίου Συλλόγου Μακεδονομάχων «Παύλος Μελάς».

Μετά την αποφοίτησή του, το 1906, με υπόδειξη του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, διορίστηκε διδάσκαλος στα χωριά, Συκιά, Όσσα, Βογδάντσα Μελισσοχώρι, Λητή, Αξιούπολη, Ειδομένη και στην Πυλαία, στα οποία μύησε τους κατοίκους τους στο Μακεδονικό Αγώνα.

Στη γενέτειρά του, συνεργάστηκε με το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου, ενώ το σπίτι του αποτελούσε τόπο μυστικών συναντήσεων πρακτόρων και οπλαρχηγών, μεταξύ των οποίων και ο Εμμανουήλ Κατσίγαρης. Σε μυστική κρύπτη φυλασσόταν ο οπλισμός και τα πολεμοφόδιά του Αγώνα.

Μία ακόμη οικογένεια με προσφορά στον Αγώνα και στα εκπαιδευτικά δρώμενα της Θεσσαλονίκης ήταν η οικογένεια Μάνου, από την Κοζάνη.

Ο Αθανάσιος Μάνος καταγόταν από την πόλη της Κοζάνης και έδρασε ως Πράκτορας Α' τάξης. Εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη διατελώντας από το 1898 έως το 1907 διευθυντής στην Αστική Σχολή Βαρδαρίου, ενώ από το 1907 έως το 1910 διευθυντής της Ιωαννιδείου Σχολής. Συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα και στο διάστημα αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης υπηρέτησε εθελοντικά ως οδηγός των περιπολιών της κρητικής χωροφυλάκης στην πόλη. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και στέλεχος της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών. Ακόμη, υπήρξε οργανωτής του μουσικού τμήματος του Ομίλου Φιλομούσων Θεσσαλονίκης.

Ο δάσκαλος Βασίλειος Μάνος έδρασε ως Πράκτορας Γ' τάξης. Δίδαξε στο Παρθεναγωγείο Νούκα, στην Κεντρική Αστική Σχολή και από το 1913 στο Μαράσλειο Λύκειο. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό στέλεχος του Ομίλου Φιλομούσων Θεσσαλονίκης μαζί με τους αδελφούς του Αθανάσιο και Νικόλαο.

Τέλος, ο Νικόλαος Μάνος έδρασε ως Πράκτορας Β' τάξης. Εγκαταστάθηκε, όπως και οι αδελφοί του, στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάσθηκε ως δάσκαλος, στο Χορτιάτη και την Επανομή. Παρακολουθούσε και ανέφερε τις κινήσεις των Βουλγάρων στο διοικητή των ελληνικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά, συνταγματάρχη Ρακτιβάν. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία ως εκδότης της εφημερίδας "Εθνική", που διανέμονταν δωρεάν και ανέπτυξε σημαντική εμπορική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Τιμήθηκε από τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Γιουγκοσλαβικού Τάγματος του Αγίου Σάββα, αναγορεύθηκε επίτιμος πρόεδρος της Ένωσης Παλαιών Πολεμιστών Μακεδονίας και επίτιμος πρόεδρος του Συλλόγου Μακεδονομάχων «Παύλος Μελάς». Διετέλεσε τέλος, δύο φορές Δήμαρχος της πόλης της Θεσσαλονίκης (1929-1931, 1934-1937).

Πολλοί ακόμη εκπαιδευτικοί θα μπορούσαν να αναφερθούν, όπως ο Γεώργιος Τριανταφυλλίδης από τις Σέρρες, ο Αθανάσιος Πάσχος από την Ξυλόπολη, η Πολυξένη Ζωγράφου από τη Στρώμνιτσα, που δίδαξε στο Δρυμό, το Σωχό και τη Λητή, ο Δημήτριος Παπαστεφάνου σύνδεσμος από το Σκρα, ο φονευθείς από τους Κομιτατζήδες Χαράλαμπος Γκαρέζιος από τη Γευγελή, ο δάσκαλος στο Λαγκαδά Στυλιανός Γουνιώτης, ο Νικόλαος Κώττας από τα Πετροκέρασα της Χαλκιδικής, ο Άγγελος Παπαζαχαρίου από τον Σωχό, ο Αθανάσιος Ιατρού από τον Πολύγυρο και η διευθύντρια Παρθεναγωγείου Αγλαϊα Σχοινά.

Μέρος από τη ζωή και το έργο των γηγενών Μακεδονομάχων εκπαιδευτικών θα παρουσιαστεί στο συνέδριο, με τίτλο, «Προσωπογραφίες εκπαιδευτικών και ευεργετών των σχολείων της Θεσσαλονίκης», που θα πραγματοποιηθεί, υπό την οργάνωση του τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ, αύριο, Σάββατο 17 Οκτωβρίου, στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης.


Ευεργέτες των σχολείων της Θεσσαλονίκης

Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, τα σχολεία της ελληνικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, μέσα στις δυσκολίες και οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν για την λειτουργία τους, δέχονται τις δωρεές εξεχόντων και μη Ελλήνων, τόσο με μεγάλα κληροδοτήματα όσο και με μικρότερες προσφορές.

Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό, Δημήτρη Πολίτη, από τα αρχεία «Λογοδοσίες εφορείας ελληνικών εκπαιδευτηρίων» και «Πρακτικά Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου» για την περίοδο από το 1870 έως το 1910, υπάρχουν αναφορές για πέντε μεγάλα κληροδοτήματα, που πρόσφεραν σχεδόν κάθε χρόνο, ευυπόληπτοι Ελληνες, κυρίως του εξωτερικού.

Συγκεκριμένα, πρόκειται για το κληροδότημα Μόσχας - από Θεσσαλονικείς που κατοικούσαν στη Μόσχα - το οποίο πρόσφερε μεγάλα για την εποχή χρηματικά ποσά, όπως για παράδειγμα το 1886, περίπου 22.000 γρόσια ή το 1890, 7.000 οθωμανικές λίρες. Παρόμοια ήταν και η προσφορά του Δημήτριου Ρογκότη (στην οποία συνεισέφεραν αργότερα και άλλοι, όπως οι Τοσίτσας και Ιακώβου), με 10.000 γρόσια.

Υπήρχαν, εξάλλου τα κληροδοτήματα των Θεόδωρου Δούμπα, Ελισάβετ Καστριτσίου και Ιωάννη Παπάφη, ο οποίος εκτός από δωρεές σε ακίνητη περιουσία (Παπάφειο ορφανοτροφείο) προσέφερε και οικονομικές ενισχύσεις, ύψους περίπου 6.000 φράγκων.

Μικρότερες δωρεές, που αφορούσαν χρηματικά ποσά, ακίνητα, όργανα διδασκαλίας, βιβλία κ.α., προέρχονταν και από άλλους ευεργέτες, όπως οι Γιώργος Ζαρείφης και Χρηστάκης Ζωγράφος από την Κωνσταντινούπολη, οι οικογένειες Δούμπα και Οικονόμου, ο Δημήτρης Βικέλλας και ο Γρηγόρης Μαρασλής.

Στην ενίσχυση της εκπαίδευσης στη Θεσσαλονίκη, συμμετέχουν, εξάλλου, με προσφορές τους σύλλογοι και σωματεία, όπως ο Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινούπολης, ο Σύλλογος προς Διάδοση των Ελληνικών Γραμμάτων, ο Σύλλογος «Ομηρος» της Σμύρνης, και «Βύρωνας» της Αθήνας. Δωρεές προέρχονταν και από μη ελληνικές οικογένειες, όπως της εβραϊκής οικογένειας Αλλατίνη, που το 1886 είχε προσφέρει 1.000 φράγκα.

«Υπάρχει μεγάλη γεωγραφική διασπορά των δωρεών. Ευεργεσίες προέρχονταν από την Αλεξάνδρεια, Τεργέστη, Βιέννη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Λίβερπουλ, Λονδίνο, Μάντσεστερ, Παρίσι κ.α.» δήλωσε ο κ.Πολίτης.


Δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη

Η εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη πριν από το 1912 ήταν κοινοτική και τουλάχιστον για μία 20ετία, οπότε δημιουργήθηκαν οι πρώτοι μεταρρυθμιστικοί νόμοι (1928-32), το εκπαιδευτικό της σύστημα προσπαθούσε να ενσωματωθεί σε αυτό του ελληνικού κράτους.

Χαρακτηριστικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζε η εκπαίδευση το διάστημα από το 1912 έως το 1940, ήταν ο μεγάλος αριθμός προσφύγων μαθητών, σε αντίθεση με το μικρό αριθμό σχολείων και το πρόβλημα σχολικής στέγης, με αποτέλεσμα σε κάθε τάξη να συνωστίζονται μέχρι και 70 μαθητές.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησαν οι καθηγητές, Δημήτριος Κοσμάς και Φρειδερίκη Φαντίδου, για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη, κατά την ίδια χρονική περίοδο, ιδρύθηκαν και λειτουργούσαν στην πόλη πέντε Γυμνάσια αρρένων, τρία θηλέων, το Πειραματικό Γυμνάσιο του ΑΠΘ, η Εμπορική και η Οικοκυρική Σχολή, το Πρακτικό Λύκειο και το Ανώτερο Κεντρικό Παρθεναγωγείο.

«Τότε, υπήρχε μόνο γυμνάσιο, εξατάξιο, και τα σχολεία, εξαιτίας της έλλειψης μόνιμων κτιρίων, μεταστεγάζονταν συχνά. Μετά το 1938, με νόμο, το γυμνάσιο έγινε 8τάξιο και η φοίτηση στο Δημοτικό ήταν τέσσερα χρόνια, αλλά στη συνέχεια άλλαξε και αυτό το σύστημα. Το μόνο μόνιμο σχολείο, από την αρχή της λειτουργίας του, ήταν το 2ο Γυμνάσιο θηλέων (στην οδό Μαρτίου, πίσω από την Πυροσβεστική). Το Ελληνικό Γυμνάσιο, που μετά μετονομάστηκε σε 1ο Γυμνάσιο Αρρένων, στεγάζονταν σε κτίριο, επί της Εγνατίας (απέναντι από την Καμάρα)» ανέφερε η κ.Φαντίδου.

Η λειτουργία της Οικοκυρικής Σχολής από το 1938, στην οποία φοιτούσαν μόνο κορίτσια, προμήνυε την ανάγκη των γυναικών να βγουν στην αγορά εργασίας. Μεταπολεμικά, η Σχολή φιλοξένησε μέχρι και 300 μαθήτριες. Η Εμπορική Σχολή ήταν μικτή, ιδρύθηκε το 1919-20 και μέσα σε τέσσερα χρόνια αποφοίτησαν 1418 μαθητές. Τα μαθήματα ήταν κυρίως οικονομικά και οι απόφοιτοί της ασχολούνταν με το εμπόριο ή εργάζονταν σε τράπεζες.

Το Πρακτικό Λύκειο είχε κυρίως πολυτεχνικό προσανατολισμό, με έμφαση κυρίως στα μαθηματικά. Το Ανώτερο Κεντρικό Παρθεναγωγείο, εκεί που σήμερα βρίσκεται το σιντριβάνι της ΔΕΘ, έπαψε να λειτουργεί το 1936.


Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Tο μοιραίο δεκαήμερο(του Παύλου Μελά )

BΑΣIΛHΣ K. ΓOYNΑPHΣ
Αναπλ. Καθηγητής Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών
Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Καθημερινή 17-10-2004: Ένας αιώνας μνήμης

ΤO MYΣTHPIO που περιβάλλει τον θάνατο του Μελά οφείλεται σε τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι ότι υπήρξε εξαρχής, από τη στιγμή του ατυχήματος της 13ης Οκτωβρίου 1904, μια συνωμοσία αποσιώπησης ορισμένων ενοχλητικών λεπτομερειών. Ο δεύτερος είναι ότι οι διαρροές που σημειώθηκαν, επειδή δεν ελέγχθηκαν ποτέ, έδωσαν έδαφος σε μια απίστευτη φημολογία. Σχεδόν όποιος βρέθηκε στη Μακεδονία τον Οκτώβριο του 1904 είχε άποψη για το θέμα. Ο τρίτος λόγος είναι ότι όσοι προσπάθησαν να επαναπροσεγγίσουν τον θάνατό του είτε αγνόησαν τις μαρτυρίες είτε παραπλανήθηκαν από τις πηγές. Είναι δυνατόν να αποκαλύψουμε σήμερα την αλήθεια; Iσως όχι πλήρως. Σίγουρα όμως με την προσεκτική χρήση διαφόρων πηγών μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη σειρά των γεγονότων και να ανασυνθέσουμε τι συνέβη και τι δε συνέβη κατά το διάστημα 13-23 Οκτωβρίου 1904. Oλα τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πλέον δημοσιευμένα και εύκολα προσβάσιμα. Τη μοιραία πορεία του Μελά προς τον θάνατο τη γνωρίζουμε από διάφορες πηγές: από τις επιστολές που έστελνε στη γυναίκα του, από την αναλυτική έκθεση που έστειλε ο ίδιος στο Μακεδονικό Κομιτάτο, από τις πληροφορίες που έφταναν μέσω Προξενείου Μοναστηρίου στο υπουργείο Εξωτερικών και, βέβαια, από τις εκ των υστέρων αφηγήσεις των συντρόφων του, άλλες γραπτές και άλλες προφορικές, που σιγά σιγά δημοσιοποιήθηκαν και ανακυκλώθηκαν στη βιβλιογραφία.

Eίσοδος στη Στάτιτσα

«Eνας φίλος μου», γράφει το Σάββατο 21 aυγούστου 1904 ο Mελάς στη σύζυγό του Nαταλία, «ο ανθυπολοχαγός Λούφας, ο οποίος μού παρέχει άσυλο από της αφίξεώς μου, ηθέλησε να κάμω την φωτογραφία μου. Συγκατατέθην εις τούτο. Σου στέλλω σήμερον το πρώτον αντίτυπον, αλλ’ υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας. aν πέσω εκεί, ας είναι μια ανάμνησις εις σε και τα παιδάκια μου». Mε στολή «αντάρτη» ο Mελάς, τον απαθανάτισε ο Λαρισαίος φωτογράφος Γεράσιμος Δαφνόπουλος. Eίναι η τελευταία και έμελλε να γίνει η πιο διάσημη φωτογραφία του μέσα από τις αναπαραγωγές σε καρτ-ποστάλ, αφίσες, ζωγραφικά πορτρέτα, εμβλήματα κ.ά. (φωτ. συλλογή Nαταλία Iωαννίδη).

Εξουθενωμένος ψυχικά από την ατυχία της ατελέσφορης σύγκρουσης στον Πολυπόταμο (Νέρετ) στις 11 Οκτωβρίου, εξαντλημένος από τη διανυκτέρευση υπό βροχήν στο Βίτσι (11-12 Οκτωβρίου) και χωρίς να έχει αποκαταστήσει ακόμη επαφή με το σώμα του Θύμιου Καούδη, που βρισκόταν στο Ανταρτικό (Ζέλοβο), ο Μελάς και οι άνδρες του έφτασαν έξω από τη Στάτιτσα (Μελά) την Τρίτη 12 Οκτωβρίου. Eστειλαν έναν εντόπιο αντάρτη εντός του χωριού, ο οποίος συνάντησε τον Στατιτσινό Κωνσταντίνο (Ντίνα) Στεργίου. Ο Ντίνας, παλαιός σύντροφος του κομιτατζή Μήτρου Βλάχου, είχε σμίξει με το σώμα του Καούδη μόλις στις 22 Αυγούστου, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του οδηγού και συνδέσμου του ελληνικού σώματος, του Παύλου Κύρου. Hταν, άλλωστε, συστημένος από τον ίδιο τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Στις 11 Οκτωβρίου ο Ντίνας είχε σταλεί από το Ανταρτικό στη Στάτιτσα για να διαβιβάσει μηνύματα στην Καστοριά. Παρέτεινε όμως την παραμονή στο χωριό του, πιθανόν για λόγους αισθηματικούς. Αυτός ενθάρρυνε τον Μελά να εισέλθει το βράδυ στη Στάτιτσα και τον βοήθησε να διαμοιράσει τους κατάκοπους άνδρες του σε διάφορα σπίτια. Το σφάλμα ήταν μοιραίο, καθώς το χωριό διέθετε οργανωμένο βουλγαρικό πυρήνα. Την επομένη ο Μελάς έστειλε νέο μήνυμα στον Καούδη, ζητώντας του να συναντηθούν στις δύο ή τρεις τα χαράματα της 14ης Οκτωβρίου στο βουνό.

Ανταλλαγή πυρών

Το απόγευμα της 13ης, όμως, πριν νυχτώσει και αναχωρήσει το σώμα, έφτασε στη Στάτιτσα τουρκικό απόσπασμα μερικών δεκάδων στρατιωτών (ίσως και χωροφυλάκων) από το παρακείμενο Μακρυχώρι (Κόνομπλατ). Η παρουσία 35 ανδρών ήταν βέβαια αδύνατον να περάσει απαρατήρητη και αμαρτύρητη. Ο Καραβαγγέλης κατονομάζει ως προδότη κάποιον Κωνσταντίνο, ενεργούμενο του Μήτρου Βλάχου, μια συνωνυμία που ομολογουμένως πολύ εύκολα μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Οι στρατιώτες, αφού τριγύρισαν τους μαχαλάδες, τελικά εντόπισαν την ομάδα του Κρητικού Γεωργίου Βολάνη. Eτσι, ενώ σκοτείνιαζε, άρχισε η ανταλλαγή πυρών ακριβώς απέναντι από το κατάλυμα του Μελά. Ο Βολάνης και ο Χρήστος Παναγιωτίδης (Μαλέτσκος) ισχυρίστηκαν ότι επίθεση δέχτηκε μόνο το δικό τους καταφύγιο, ενώ ο Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας, οδηγός και έμπιστος του Μελά, είπε ότι ο αρχηγός του άρχισε πρώτος το τουφεκίδι μαζί με τον Ντίνα, όταν Tούρκοι στρατιώτες προσπάθησαν να ακροβολιστούν στην αυλή του δικού τους καταλύματος για να προσβάλουν το σπίτι του Βολάνη. Σε κάθε περίπτωση, όταν σκοτείνιασε, κι ενώ η πολιορκία του Βολάνη και της ομάδας του συνεχιζόταν, ο Μελάς επιχείρησε έξοδο μαζί τους «συγκατοίκους» του Ντίνα, Πύρζα, Γιώργο Στρατηνάκη και Πέτρο Χατζητάση. Ανταλλάχτηκαν κατ' αρχήν μερικοί πυροβολισμοί με έναν Tούρκο στρατιώτη, όπως μαρτυρεί ο Πύρζας. Τους άκουσε μάλιστα και ο Παναγιωτίδης από το διπλανό σπίτι, που διέκρινε τον κρότο επαναληπτικού όπλου και περιστρόφου, προφανώς του Μελά. Κατά τον Πύρζα, με προτροπή του Στρατηνάκη, κατέβηκαν όλοι με ανεμόσκαλα στον αχυρώνα, στο κάτω μέρος του σπιτιού, ενώ κατά τον Χατζητάση κατέβηκε μόνον ο Μελάς και ο Πύρζας. Ο Στρατηνάκης βγήκε πρώτος για να πάρει το όπλο του σκοτωμένου Τούρκου, γράφει ο Πύρζας στα απομνημονεύματά του, ενώ, αντίθετα, τα Χριστούγεννα του 1904 ο ίδιος είπε στην οικογένεια Δραγούμη ότι ο Στρατηνάκης δεν είχε εξέλθει πριν από τον τραυματισμό του αρχηγού. Ο Μελάς λοιπόν ξεμύτισε (ή κατέβηκε τη σκάλα) ακολουθούμενος από τον Ντίνα και τον Χατζητάση (σύμφωνα με τον Πύρζα) ή από τον Πύρζα (σύμφωνα με τον Χατζητάση). Και οι δύο πάντως συμφωνούν ότι ακούστηκε ένας μόνον πυροβολισμός, ενώ ο Ντίνας μόνον ανέφερε τουρκικό «πυρ ομαδόν». Ο Χατζητάσης διηγήθηκε (το 1927) σε ομήγυρη -και έχει καταγραφεί από μάλλον έγκυρη πηγή- ότι βρήκαν τον Μελά κάτω νεκρό και ο ίδιος είκασε ότι είχε εκπυρσοκροτήσει το όπλο του Πύρζα. Πάντως, ο Πύρζας την άλλη μέρα, αφού είχαν πλέον σωθεί, είπε στον Καούδη ότι ο Μελάς είχε χτυπηθεί ενώ έβγαιναν στο δρόμο, οι υπόλοιποι πήραν τα πράγματά του και έφυγαν. Στην οικογένεια Δραγούμη ο ίδιος ήταν, για ευνόητους λόγους, πιο αναλυτικός: περιέγραψε πως ο Μελάς χτυπημένος στη μέση γύρισε μέσα (στον αχυρώνα) -όπου βρισκόταν ακόμη ο ίδιος ο Πύρζας- και συνέχισε με τη δραματική περιγραφή του ξεζώματος, της παράδοσης των όπλων, του σταυρού και του ψυχορραγήματος του ήρωα. Τα ίδια περίπου θα πει για τον σταυρό και τα όπλα και ο Στρατηνάκης τον Νοέμβριο του 1904 στην εφημερίδα Εμπρός. Θα πει επίσης ότι Μελάς ξεψύχησε σε είκοσι λεπτά, ενώ ο Πύρζας ανέφερε μια ώρα.

Eκδοχές

Ο ίδιος ο Πύρζας δήλωσε ότι ο Μελάς χτυπήθηκε από τουρκικό μάουζερ -όπλο που στο δικό τους σώμα μόνο ο Παύλος διέθετε- ότι μερικές λίρες έσπασαν από τη σφαίρα και μπήκαν στο τραύμα. Η νεκροψία, που είχε ήδη διενεργηθεί στην Καστοριά, επιβεβαίωνε τα λόγια του όσον αφορά την πληγή και τις λίρες. Είπε επίσης ότι ο Μελάς ζητούσε επίμονα να τον αποτελειώσουν, ότι προσπάθησε μάλιστα να αυτοκτονήσει αλλά τον εμπόδισε ο ίδιος, ενώ ο Ντίνας ήταν μάλλον θετικός για την επίσπευση του μοιραίου, αφού κινδύνευαν να συλληφθούν άμεσα. Ο Βολάνης όμως άκουσε από τους πρωταγωνιστές -και το μετέφερε χωρίς επιφύλαξη αργότερα- ότι τελικά ο Μελάς όντως αυτοκτόνησε με το περίστροφό του. Μάλλον απίθανη εκδοχή. Εξάλλου, το κεφάλι του νεκρού το είδαν τουλάχιστον δύο άτομα, ο προξενικός υπάλληλος που το αναγνώρισε και το έθαψε και η αδελφή του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η Κλεονίκη, η οποία συνόδευσε τη Ναταλία Μελά στο Πισοδέρι το 1907. Ούτε έγινε ποτέ αναφορά, από όσα στοιχεία της νεκροψίας γνωστοποιήθηκαν στον Τύπο από τουρκικής πλευράς, για δεύτερη σφαίρα στο σώμα του. Ο Καούδης, όμως, μεταπολεμικά έγραψε ότι, όπως έμαθε, ο αρχηγός είχε χτυπηθεί από «μολύβι» κι όχι από σφαίρα επαναληπτικού. aφησε έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο να έπεσε από όπλο αντάρτη. Eγραψε επίσης ο ίδιος ότι τελικά ο Πύρζας είχε καμφθεί από τις πιέσεις και άφησε να αποτελειώσουν τον Μελά οι «άλλοι». Δεν ήταν όμως αυτόπτης μάρτυρας ούτε αυτός ούτε ο Βολάνης. Ποιος τους τα είπε; Δεν είναι εύκολο να πει κανείς με βάση αυτές τις πηγές τι έγινε και με ποιανού ευθύνη στην αυλή του σπιτιού. Αν ο Παύλος πέθανε μόνο σε είκοσι λεπτά, όπως είπε ο Στρατηνάκης τότε, γιατί να τεθεί θέμα επίσπευσης; Το βέβαιο είναι ότι ο νεκρός Μελάς αφέθηκε προσωρινά στον αχυρώνα και ενταφιάστηκε αργότερα -ίσως την ίδια νύχτα- από τους χωρικούς.

Στο αντάρτικο

Η εγκατάλειψη του νεκρού Μελά, ενός ζωντανού θρύλου, ήταν αρκετή για να προκαλέσει από μόνη της τύψεις και ενοχές στους άνδρες, ειδικά στον αφοσιωμένο Πύρζα. Ακολούθησαν όμως πολλά και διάφορα ψέματα, τα οποία επέτειναν την υποψία της συγκάλυψης κάποιου μυστικού, ενώ οι τουρκικές αρχές, ήδη στα μέσα Νοεμβρίου, διοχέτευσαν σκοπίμως την πληροφορία ότι ο Μελάς είχε δολοφονηθεί από κακοποιημένο σύντροφό του. Οι περισσότερες ανακρίβειες των αφηγήσεων αυτών μάλλον οφείλονταν στον τρόπο με τον οποίο έγινε η μεταφορά των πληροφοριών, αλλά δεν ήταν όλες εντελώς αθώες. Πύρζας, Ντίνας, Χατζητάσης και Στρατηνάκης έφτασαν το πρωί της Πέμπτης 14ης Οκτωβρίου στο παρακείμενο Ανταρτικό, όπου συνάντησαν τον Καούδη, τον Κύρου και τους λιγοστούς άνδρες τους. Εκεί ο Κύρου, που ήδη βαρυνόταν με την κατάδοση του Κώτα στους Τούρκους, προφανώς συνειδητοποίησε αμέσως τις μοιραίες συνέπειες που είχε η πεισματική αντίρρησή του να σπεύσουν σε συνάντηση του Μελά, όσο κι αν είχαν ψυχρανθεί οι μεταξύ τους σχέσεις εξαιτίας της υπόθεσης Κώτα.

Το περίεργο πάντως είναι ότι δεν ειδοποιήθηκε άμεσα το προξενείο, αλλά εστάλη ο Ντίνας την ίδια μέρα και πάλι πίσω στη Στάτιτσα από όπου επέστρεψε μόνον το πρωί του Σαββάτου 16 Οκτωβρίου. Ο νεκρός δεν είχε εντοπιστεί ακόμη κι είχε θαφτεί με μυστικότητα, είπε, αλλά ο κίνδυνος «να του πάρουν το κεφάλι», κατά τη ρήση του Ντίνα, δεν είχε παρέλθει. Τότε μόνον, στις 16, ειδοποιήθηκε γραπτώς από τον Πύρζα το προξενείο Μοναστηρίου για τα καθέκαστα με τον δάσκαλο του Πισοδερίου Αναστάσιο Παπαφιλίππου. Χωριστά στάλθηκε την ίδια μέρα στον πρόξενο το σακίδιο του Μελά με τον Χρήστο Στογιάννη. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, της 16ης, ο Μελάς είχε ορμήσει πρώτος και είχε πληγωθεί στη μέση. Την επομένη, το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου, έφυγαν όλοι οι Μακεδονομάχοι από το Ανταρτικό, εκτός του Κύρου και των δικών του, με προορισμό τη Δροσοπηγή. Πριν από την αναχώρηση ο Καούδης έδωσε πέντε λίρες στον Ντίνα για να πάρει Στατιτσινούς και όλοι μαζί να φέρουν τον νεκρό του Μελά στο Ανταρτικό. Παραδόξως, μαζί με όλους τους άλλους, έφυγε και ο Πύρζας, μολονότι αναμενόταν ο νεκρός του Μελά τις επόμενες ώρες.

Eνέργειες του προξενείου

Στις οκτώ η ώρα το πρωί της Κυριακής 17 Οκτωβρίου το προξενείο απέστειλε εκτενές τηλεγράφημα προς την Αθήνα με τα κακά μαντάτα. Ταυτόχρονα έστειλε σιδηροδρομικώς στη Φλώρινα τον υπάλληλο του προξενείου Βασίλη Αγοραστό με τελικό προορισμό το Πισοδέρι για να μάθει σχετικά με την ταφή. Την επομένη (18), σε απάντηση σχετικής ερώτησης του υπουργού για την ταφή, ο Κοντογούρης συμπλήρωσε, προφανώς και πάλι με βάση τη μοναδική επιστολή του Πύρζα, ότι ο Μελάς είχε ενταφιαστεί ήδη με τη φροντίδα του μουχτάρη της Στάτιτσας, στο σπίτι του οποίου είχε καταλύσει, ό,τι τους είχε πει δηλαδή ο Ντίνας, όταν επέστρεψε στο Ανταρτικό το πρωί της 16ης. Λίγο αργότερα, την ίδια μέρα (18), παρέδωσε το σακίδιο του Μελά στο προξενείο ο Χρήστος Στογιάννη.

Από την κατοπινή επιστολή του Αγοραστού προς τον παλαιό του συνάδελφο Iωνα Δραγούμη γνωρίζουμε ότι ο υπάλληλος του προξενείου έφτασε στο Ανταρτικό μαζί με μερικούς Πισοδερίτες και εκπαιδευτικούς της Μοδεστείου Σχολής στις τέσσερις η ώρα τα χαράματα της 18ης Οκτωβρίου. Βρήκε μόνον τον Κύρου, ο οποίος του είπε ότι είχε στείλει τον Ντίνα μόλις πριν από μερικές ώρες, τα μεσάνυχτα, για να φέρει τον νεκρό. Πράγματι ο Ντίνας επέστρεψε γύρω στις 6-7 το πρωί της 18ης Οκτωβρίου, φέροντας μαζί του μόνον την κεφαλή του Μελά. Εξήγησε ότι, την ώρα που άρχισε να σκάβει το σημείο της πρόχειρης ταφής, ειδοποιήθηκε για την άφιξη στρατιωτικού αποσπάσματος κι έτσι έσπευσε να κόψει το κεφάλι. Ξεγλίστρησε από το χωριό, ενώ ο αποσπασματάρχης έδερνε τον κοτζάμπαση και απειλούσε με πυρπόληση το χωριό, αν δεν μάθαινε πού είχε ενταφιαστεί ο νεκρός αντάρτης. Oλα αυτά πριν καν ξημερώσει. Ο Ντίνας ξέσπασε σε κλάματα, ο Αγοραστός έκλαιγε επίσης, ενώ στο ημίφως αναγνώρισε την κεφαλή του Παύλου, τον οποίο είχε συναντήσει στο προξενείο Μοναστηρίου πριν από μερικούς μήνες. Η κηδεία έγινε το βράδυ και λίγο αργότερα -τα μεσάνυχτα- ο Αγοραστός ξεκίνησε πίσω για το Μοναστήρι.

H προξενική αναφορά

Στο Προξενείο Μοναστηρίου, αργά το βράδυ της Τρίτης 19 Οκτωβρίου, συντάχθηκε η πολυσέλιδη αναφορά για το τέλος του Μελά. Βασιζόταν προφανώς στα όσα είπαν στον Αγοραστό ο Κύρου και, κυρίως, ο «αυτόπτης» Ντίνας. Το κείμενο περιείχε ένα σωρό στοιχεία για το πώς ακριβώς τους είχε προδώσει ο Μήτρος Βλάχος. Ανέφερε τόσες εντυπωσιακές λεπτομέρειες για το τι ακριβώς περιείχε η κατάδοση του Βλάχου, που μόνο ο γραφέας, ο κομιστής της επιστολής (αν βέβαια ήξερε τη γλώσσα γραφής της) και ο Tούρκος αποσπασματάρχης Μακρυχωρίου θα μπορούσαν να τις γνωρίζουν. Αν δεχτούμε ότι ο Αγοραστός μετέφερε επακριβώς όσα άκουσε, τότε ο Κύρου του είπε ψέματα, πως τάχα ο τουρκικός στρατός, που είχε καταλάβει την ορεινή διάβαση, τους εμπόδισε να ενωθούν με τον Μελά την κρίσιμη στιγμή. Πώς μπορούσε σε τέτοιες στιγμές να αναλάβει ανοιχτά την ευθύνη του; Του είπε επίσης ψέματα ότι ο Ντίνας ήταν ψυχογιός του Μελά. Επίσης, κρίνοντας από τις άλλες μαρτυρίες, ψέματα του είπε και ο Ντίνας, όταν ήρθε με την κεφαλή: ότι οι Τούρκοι είχαν προσβάλει μόνον το δικό του κατάλυμα, ότι ο Μελάς επιχείρησε έφοδο, αλλά οι στρατιώτες πυροβόλησαν ομαδόν εναντίον του, γνωρίζοντας επακριβώς από τον προδότη Μήτρο Βλάχο την κρυψώνα του. Τον Παύλο χτύπησε, αναφέρει η έκθεση, πάνω από τον ομφαλό η σφαίρα ενός χωροφύλακα, τον οποίο μάλιστα ο Μελάς πρόλαβε να αντιπυροβολήσει και να σκοτώσει. Τέτοιο τραύμα θα δικαιολογούσε απόλυτα ένα μάλλον σύντομο θάνατο από αιμορραγία. Τελικά, μέσα από το πολυσέλιδο αυτό κείμενο, ο πρόξενος, εν αγνοία του, καθιέρωσε τον Ντίνα ως παλικάρι του Μελά, μολονότι δεν γνωρίζονταν ούτε 24 ώρες και νομιμοποίησε πλήρως τις αντιφατικές μαρτυρίες του. Oμως αυτές τελικά ξεχάστηκαν. Μακροπρόθεσμα επικράτησε η εκδοχή τού Πύρζα, αφού αυτή πέρασε αυτούσια στο βιβλίο της Ναταλίας Μελά για τον Παύλο ήδη από το 1926, αλλά και στον Μάγκα της Πηνελόπης Δέλτα το 1935. Τίποτε δεν στάθηκε δυνατόν να την επισκιάσει.

Tουρκική έρευνα

Tο σπίτι στη Στάτιτσα, όπου βράδυ, 13 Oκτωβρίου 1904 παίχθηκε το δραματικό τέλος. Eπιχειρώντας έξοδο με τους τέσσερις συντρόφους του από το κατώι, πληγώθηκε θανάσιμα. Φωτογραφία τραβηγμένη στα 1926, με τους Λάκη Πύρζα, οδηγό και έμπιστο του Mελά στις τρεις περιοδείες του, υπαρχηγό στην τρίτη (αριστερά) και Πέτρο Xατζητάση (δεξιά), που ήταν παρόντες κατά τον θάνατο του Mελά. Tο σπίτι αγοράστηκε το 1963 από τον I. K. Mαζαράκη - aινιάν, νομάρχη τότε Kαστοριάς, αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή, διαμορφώθηκε στη συνέχεια σε Mουσείο και δωρήθηκε στην Kοινότητα Mελά. aπό τότε καθιερώθηκε κάθε χρόνο στις 13 Oκτωβρίου να γίνεται επιμνημόσυνος τελετή (φωτ.: Nαταλία Mελά «Παύλος Mελάς», 1964).

Σύμφωνα με επιστολές του προξένου Κοντογούρη προς το υπουργείο (της 25ης Οκτωβρίου) και του Καραβαγγέλη προς τον Iωνα (της 26 Νοεμβρίου), στις 23 Σεπτεμβρίου έγινε τουρκική έρευνα στη Στάτιτσα, οπότε αποκαλύφτηκε το ακέφαλο πτώμα και μεταφέρθηκε στην Καστοριά. Ο Κοντογούρης απέδωσε τη δεύτερη έρευνα στα νέα των ελληνικών εφημερίδων, που έφτασαν, έγραψε, στο Μοναστήρι τηλεγραφικώς μέσω της τουρκικής πρεσβείας Αθηνών και της Κωνσταντινουπόλεως. Αν δεχτούμε την εκδοχή των δύο τουρκικών ερευνών (στις 18 και τις 23), τότε ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του τις συνέφυρε. Είπε ότι την ίδια ώρα που ο «Δίνε», όπως ονομάζει τον Ντίνα, έμπαινε στο χωριό έφτασε «μυρμηγκιά στρατού», που γνώριζε για τον θάνατο του Μελά, μάλιστα ισχυρίστηκε ότι αυτός έστειλε τον Ντίνα να πάρει το σώμα. Είναι δεδομένο ότι το πρωινό τηλεγράφημα της 17ης Οκτωβρίου από το Μοναστήρι έφτασε στο υπουργείο Εξωτερικών τα χαράγματα της 18ης. Από τον Τύπο της 19ης φαίνεται ότι τα νέα έφτασαν στο σπίτι των Δραγούμηδων το πρωί της προηγουμένης. Πιθανόν μέχρι το μεσημέρι της 18ης να τα ήξερε και η τουρκική πρεσβεία. Αλλά πάντως η πρώτη εκταφή, από τον Ντίνα, είχε ήδη γίνει. 'Η μήπως ο μητροπολίτης, παρά τον συμφυρμό, είχε δίκαιο τελικά; Μήπως, δηλαδή, έγινε μόνο μία έρευνα και ανάκριση μετά ξύλου, στις 23; aλλωστε, η παρουσία του τουρκικού στρατού τα χαράγματα της 18ης στη Στάτιτσα, δεν τεκμηριώνεται προς το παρόν από άλλη πηγή.

Αιωρούμενες υποψίες

Αν δεν έλειπαν οι σαφείς υπαινιγμοί του Χατζητάση εις βάρος του Πύρζα, αλλά και του Πύρζα εις βάρος του Ντίνα -τους οποίους φαίνεται ότι διέρρευσε και σε άλλους- θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται απλώς για το καθιερωμένο παρασκήνιο, που δημιουργεί η ανάγκη να αποδοθούν ευθύνες για μια σημαντική απώλεια. Σίγουρα ήταν κάτι παραπάνω από κενές παρασκηνιακές αλληλοκατηγορίες, αλλά κάτι λιγότερο συγκλονιστικό από τα απίστευτα συνωμοτικά σενάρια περί κλοπών, αντιζηλιών και δολοφονιών, που εξυφάνθηκαν εκ των υστέρων κυρίως μεταξύ των χωρικών της Στάτιτσας. Κάτι γνώριζαν, αλλά πολύ περισσότερα φαντάζονταν.

Τελικά τα περισσότερα ερωτήματα θα παρέμεναν ανοιχτά, αν δεν δημοσιευόταν το 2003 το ογκώδες ημερολόγιο του περίφημου για τη δράση του αρχηγού του Αγώνα και μετέπειτα υπουργού Στρατιωτικών, του Γεωργίου Τσόντου, γνωστού ως καπετάν Βάρδα. Αναφέρει ο Τσόντος στην εγγραφή της 17ης Ιουλίου 1907, με βάση πληροφορίες από τη Στάτιτσα, τις οποίες αποδέχεται χωρίς να αιφνιδιάζεται, ότι το 1905 ο Ντίνας είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, επειδή φοβόταν για τη ζωή του, αφού αυτός είχε αποτελειώσει τον τραυματισμένο Μελά. Επιβεβαιώνει λοιπόν η μαρτυρία αυτή τις υποψίες που ο Πύρζας είχε αφήσει να αιωρούνται και τις φήμες που κυκλοφορούσαν προπολεμικά στον χώρο των παλαιμάχων του Αγώνα. Εξηγεί επίσης, ως ένα σημείο, τις ενοχές του Πύρζα, τα ψέματα του Ντίνα προς τον Αγοραστό και τις αντιφάσεις στις μαρτυρίες των Ντίνα, Πύρζα, Στρατηνάκη και Χατζητάση για τις τελευταίες στιγμές του Παύλου.

Αίσθηση συγκάλυψης

Τα στοιχεία αυτά οπωσδήποτε μειώνουν τη βαρύτητα των μαρτυριών του Ντίνα και επαναθέτουν το ζήτημα μήπως η άφιξη του τουρκικού στρατού τη στιγμή της εκταφής ήταν δική του επινόηση, είτε για να τελειώνει γρηγορότερα την αποστολή του και να αποφύγει την πληρωμή μισθών σε βοηθούς είτε επειδή είχε ειδικούς λόγους να μην εξετάσουν άλλοι τον νεκρό του Μελά. aλλωστε, παραμένει ανεξήγητο γιατί ο Πύρζας δεν είπε ευθέως την αλήθεια, γιατί κάλυψε κι αυτός και οι άλλοι τον Ντίνα, που ούτε τον ήξεραν και πιθανόν ούτε τον ξαναείδαν -αν τον ξαναείδαν- για χρόνια; Για να αποφύγει απλώς την κατηγορία ότι ενέδωσε -όπως του το καταμαρτύρησε άλλωστε ο Καούδης- στις πιέσεις των ανδρών να φύγουν το γρηγορότερο ή γιατί ο Ντίνας ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας στην πιθανολογούμενη μοιραία εκπυρσοκρότηση του όπλου του; Την αίσθηση της συγκάλυψης επιτείνει και η άλλως ανεξήγητη καθυστέρηση της αναφοράς προς το προξενείο, αλλά και η «συζήτηση» για το μοιραίο βόλι. Για να αιτιολογηθεί η απουσία βλήματος Μάουζερ στον νεκρό έπρεπε να υπάρχουν στο τουρκικό απόσπασμα και χωροφύλακες, που διέθεταν όπλα σαν των ανταρτών. Γι' αυτό και ανεξήγητα μεγάλο μέρος των μαρτυριών των πρωταγωνιστών περιστράφηκε γύρω από το θέμα αυτό.

Κανείς δεν μπορεί πλέον να προσφέρει κάτι παραπάνω στην έρευνα αυτή, χωρίς να ερευνήσει τα οθωμανικά ή τα βουλγαρικά αρχεία. Μόνον από αυτά πιθανόν θα μάθουμε αν ο Μήτρος Βλάχος όντως πρόδωσε τον Μελά, ποιος ήταν πράγματι ο Ντίνας, πώς έμαθε στις 15 Οκτωβρίου τόσες λεπτομέρειες για την προδοσία, και τι έδειξε η ιατροδικαστική εξέταση στην Καστοριά. Oμως όλα αυτά δεν έχουν τελικά και τόση σημασία για την Ιστορία. Η θέση του καπετάν Μίκη Ζέζα ως συμβόλου του Μακεδονικού Αγώνα και της ανιδιοτελούς θυσίας για την πατρίδα, θέση για την οποία προετοιμαζόταν ψυχολογικά και έμπρακτα σε ολόκληρη τη σύντομη ζωή του, δεν απειλείται διόλου. Hταν πραγματικός ήρωας.

Οι πηγές

Τα έγγραφα του υπουργείου των Εξωτερικών που αφορούν τα γεγονότα του θανάτου του Μελά περιέχονται όλα στον τόμο Οι απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1904): 100 έγγραφα από το Αρχείο του υπουργείου των Εξωτερικών, που εκδόθηκαν το 1996 στη Θεσσαλονίκη από το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα. Στα παραρτήματα 4-7 του τόμου Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ περιλαμβάνονται η αφήγηση του Ε. Καούδη, η τελευταία έκθεση του Παύλου Μελά, η έκθεση του Γ. Βολάνη, τηλεγράφημα του Προξενείου Μοναστηρίου και η επιστολή του Β. Αγοραστού προς τον Ι. Δραγούμη. Την έκδοση του ημερολογίου του Ευθυμίου Καούδη επιμελήθηκε ο Βασίλης Κ. Γούναρης (1992) και των απομνημονευμάτων του ο aγγελος Χοτζίδης (1996). Και τα δύο εκδόθηκαν από το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα. Τα απομνημονεύματα του Ιωάννη Καραβίτη δημοσιεύτηκαν αρχικά (1949-1950) σε συνέχειες στην εφημερίδα Ελληνικός Βορράς. Τα επανέκδωσε σε δύο τόμους ο Γιώργος Πετσίβας το 1994. Στις σημειώσεις 142-149 του 1ου τόμου ο Πετσίβας παραθέτει συγκεντρωμένες αρκετές πηγές για τον θάνατο του Μελά. Ανάμεσα σ’ αυτές, την επιστολή του Παναγιωτίδη (Μαλέτσκου) προς τον Ταχυδρόμο της Θεσσαλονίκης (17 Απρ. 1927). Ο Πετσίβας εξέδωσε επίσης σε τρεις τόμους το 2003 τα εν μέρει κρυπτογραφημένα ημερολόγια του Γεωργίου Τσόντου-Βάρδα της περιόδου 1904-1907, τα οποία αποτελούν ακόμη μια ανεκμετάλλευτη ιστορική πηγή για τον Αγώνα. Την περιγραφή του Χατζητάση, που ενοχοποιεί τον Πύρζα, την άκουσε ο ίδιος ο Τάκης Κύρου το 1927 και την παραδίδει στο βιβλίο του Παύλος Κύρου (Φλώρινα, 1978), σ. 58. Τα κείμενα του Λάκη Πύρζα, που όμως είναι απίθανο να είναι πραγματικές ημερολογιακές καταγραφές, τα εξέδωσε ο Π. Παπασταμάτης στο περιοδικό Αριστοτέλης της Φλώρινας το 1960, με τρόπο που αφήνει πολλά ερωτήματα για την πιστότητά τους. Το απόσπασμα της αφήγησης του Πύρζα στην οικογένεια Δραγούμη, από το ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη, παρουσίασε το 1984 ο Γιώργος Ιωάννου στο Συμπόσιο. Ο Μακεδονικός Αγώνας (βλ. σ. 167-9 των πρακτικών, που εξέδωσε το ΙΜΧΑ το 1987). Την αφήγηση του Στρατηνάκη δημοσίευσε το Εμπρός (11 Νοεμβρίου 1904). Στα φύλλα Οκτωβρίου και Νοεμβρίου της ίδιας εφημερίδας βρίσκονται ποικίλες, χρήσιμες αναφορές που φωτίζουν όψεις του θανάτου του Μελά και ξαφνιάζουν για το πόσο πολλές λεπτομέρειες ήταν γνωστές στο ευρύ κοινό. Το ημερολόγιο του Μελά και τις επιστολές του επιμελήθηκε η ίδια η Ναταλία Μελά. Για πρώτη φορά εκδόθηκαν ανώνυμα στην Αλεξάνδρεια το 1926. Τα απομνημονεύματα του Καραβαγγέλη (ΙΜΧΑ 1959) δεν μπορούν να θεωρηθούν πηγή για τον θάνατο του Μελά, αλλά μόνο –και πάλι με επιφύλαξη– για όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν.

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Πηνελόπη Δέλτα - Στα μυστικά του βάλτου



Η πλοκή του έργου εξελίσσεται στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία στις αρχές του 20ού αι. και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Οι συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ήταν σκληρότατες. Η συγγραφέας αναφέρεται στη ζωή και στη δράση δύο σημαντικών ηρώων του Αγώνα, του Τέλου Άγρα και του καπετάν-Νικηφόρου. Αυτοί ήταν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, οι οποίοι ήρθαν εθελοντές στη Μακεδονία για να ενισχύσουν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα που πολεμούσαν εκεί. Η γενναιότητα, η αυτοθυσία και η αντοχή τους αποτελούν για όλους παράδειγμα ηρωισμού και πατριωτισμού. Στις δύσκολες μάχες, που γίνονται σε μέρη βαλτώδη, γεμάτα από τις παγίδες του εχθρού, έχουν βοηθούς και συναγωνιστές όχι μόνο τους Έλληνες αντάρτες αλλά και τους κατοίκους των ελληνικών χωριών, τις δασκάλες και τους ιερείς. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι η δράση και η προσφορά στον Αγώνα δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιοβάν, τα οποία ενεργούν και συμμετέχουν με αξιοθαύμαστη για την ηλικία τους ωριμότητα.

Οι επιχειρήσεις στην περιοχή ήταν δύο ειδών: κινήσεις θέσεων με πλωτά για την κατάληψη στρατηγικών σημείων εντός του Βάλτου και περιστασιακές επιδρομές πεζών σε κοντινά χωριά. Η είσοδος των ελληνικών σωμάτων άρχισε στα τέλη του 1905 με τον Σταύρο Ρήγα και τον Γιώργο Τόμπρα. Την άνοιξη του 1907 οι εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού περιόρισαν σημαντικά τη δράση όλων των σωμάτων στην περιοχή. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, ο ίδιος ο Άγρας προδομένος από τον αστείρευτο ρομαντισμό του απαγχονίστηκε από τους Βουλγάρους κοντά στο χωριό, που σήμερα φέρει το όνομά του.

Η Δέλτα, με το γνωστό γλαφυρό ύφος της, αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του Μακεδονικού Αγώνα, φανερώνοντας το μεγάλο ενδιαφέρον της για τα εθνικά μας θέματα και τη μοίρα του μαχόμενου ελληνισμού. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα πολύτιμο για τη διατήρηση της "ιστορικής μνήμης" της Ελλάδας.


Για on-line διάβασμα αλλά και κατέβασμα ΕΔΩ

από τον Makedonas82

Τρίτη, 03 Φεβρουαρίου 2009

Έγγραφο του 1903 για τους Μακεδονομάχους των Λευκαδίων

( κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση)




Το άρθρο είναι από την τοπική εφημερίδα του δήμου Ανθεμίων, δήμος κοντά στην Νάουσα. Ευχαριστώ τον Μακεδόνα Έλληνα που μου το έστειλε.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Tο μακεδονικό λόμπι των Αθηνών (Μακεδονικές Οργανώσεις)

Τα εδαφικά όρια του πρώτου ελληνικού Βασιλείου, όπως καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, είναι βέβαιο ότι ελάχιστους από τους Eλληνες της εποχής άφηναν ικανοποιημένους. Πολυάριθμοι αλύτρωτοι αδελφοί, παρέμεναν εκτός των ορίων της εθνικής επικράτειας, συντελώντας έτσι κι αυτοί με τη στάση τους στην ισχυροποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Κρητικοί, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες και Μακεδόνες ήταν μεταξύ των πρώτων που ονειρεύτηκαν την ανατροπή των εδαφικών τετελεσμένων και την υπαγωγή των πατρίδων τους στην ελεύθερη Ελλάδα. Όσο όμως το ελληνικό Βασίλειο παρέμενε, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, οικονομικά ασθενικό και πολιτικά αδύναμο τόσο τα μεγαλοϊδεατικά σχέδια φάνταζαν ουτοπικά, σχεδόν γραφικά.

Υπόδουλες επαρχίες

Παρ' όλα αυτά σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα η Μεγάλη Ιδέα συνεπήρε την πλειονότητα των Ελλήνων, ελεύθερων και υπόδουλων, παγιδεύοντας συχνά στη γοητεία της και τις ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου. Ούτε το φιάσκο της πολεμικής περιπέτειας την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου στάθηκε τελικά ικανό να περιορίσει τον αλυτρωτικό πυρετό των απανταχού Ελλήνων - το αντίθετο μάλιστα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1850 και για είκοσι χρόνια τουλάχιστον το ενδιαφέρον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εστιαζόταν στα Επτάνησα και στην Κρήτη, όπου το αίτημα για ένωση έδειχνε ώριμο. Οι υπόλοιπες υπόδουλες επαρχίες και μάλιστα η μακρινή Μακεδονία αδυνατούσαν να προσελκύσουν ακόμη το ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας. Όχι πως δεν ακούγονταν και γι' αυτές φωνές συμπαθείας και εκκλήσεις για βοήθεια - ούτε έλειψαν οι κινήσεις για την υποκίνηση εξεγέρσεων. Οι παροικίες προσφύγων από τη Μακεδονία και τις άλλες βόρειες επαρχίες πιέζαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να τους συνδράμουν - συναντούσαν όμως ελάχιστους αποδέκτες στο αίτημά τους. Με εξαίρεση ορισμένους διαπρεπείς εκπαιδευτικούς και λιγότερους στρατιωτικούς οι περισσότεροι Μακεδόνες, αλλόγλωσσοι πολλές φορές, δεν διέθεταν ούτε οικονομική ούτε πολιτική επιρροή. Eτσι, έως και τη δεκαετία του 1870 η τύχη του μακεδονικού πληθυσμού συγκινούσε μόνο διάφορες πατριωτικές οργανώσεις. Ανάμεσα σ' αυτές συγκαταλέγονταν ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως» (1861 κ.ε.) και ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (1869 κ.ε.).

Ενδιαφέρον για τη Μακεδονία

Την κρίσιμη χρονική καμπή που επαναπροσδιόρισε το ενδιαφέρον για την τύχη της Μακεδονίας αποτέλεσε η δεκαετία του 1870. Προηγήθηκε η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870, η Ανατολική Κρίση το 1875 και τελικά η υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου το 1878, που δημιούργησε πρόσκαιρα τη Μεγάλη Βουλγαρία, απειλώντας έτσι τα συμφέροντα του Eλληνισμού στη μακεδονική ενδοχώρα. Μεσούσης της Ανατολικής Κρίσης η Ελλάδα έμοιαζε με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Στην πρωτεύουσα σωματεία, ενώσεις και αδελφότητες οργάνωναν καθημερινά λαϊκά συλλαλητήρια, πιέζοντας την κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, τασσόμενη στο πλευρό των Ρώσων που προήλαυναν από Bορρά. Στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, στο Θησείο και κάτω από την Ακρόπολη οργανώνονταν στρατιωτικά γυμνάσια. Σαλπίσματα ηχούσαν στους δρόμους, ενώ τα μικρά παιδιά γυμνάζονταν με πολεμικά παιχνίδια. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του 1877, διάφορες εθνικές εταιρείες άρχισαν να διενεργούν εράνους, να αγοράζουν όπλα και να προετοιμάζουν εξεγέρσεις στις υπόδουλες επαρχίες, υποκαθιστώντας για μιαν ακόμη φορά την επίσημη κυβέρνηση.

Δύο από τις εταιρείες αυτές ήταν η «Αδελφότης» και η «Εθνική aμυνα». Η «Αδελφότης» είχε ιδρυθεί από τον μακεδονικής καταγωγής λοχαγό του πυροβολικού Κωνσταντίνο Ισχόμαχο και ώς τις αρχές του 1878 είχε απλώσει το δίκτυό της στο μεγαλύτερο μέρος της νοτιοδυτικής Μακεδονίας. Η δεύτερη προεδρευόταν από τον ιστορικό καθηγητή Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Οι δύο οργανώσεις συνεργάστηκαν στη διάρκεια του 1877, με σκοπό να προκαλέσουν γενικές εξεγέρσεις σε Θεσσαλία, Hπειρο, Μακεδονία και Θράκη, ενώ στην Κεντρική Επιτροπή τους συμμετείχαν και οι μακεδονικής καταγωγής Κωνσταντίνος Ισχόμαχος και Λεωνίδας Πασχάλης. Παράλληλα με τις εταιρείες, αλλά ανεξάρτητα από αυτές δρούσε και ο ρομαντικός ιδεολόγος Λεωνίδας Βούλγαρης, γιος σλαβόφωνου αγωνιστή του '21.

Στις αρχές του 1878 πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση Μακεδόνων στην Αθήνα. Εκεί εκλέχτηκε μια Μακεδονική Επιτροπή. Πρόεδρός της ορίστηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωάννης Πανταζίδης και μέλη ο στρατιωτικός γιατρός Γεώργιος Παπαζήσης, ο καθηγητής Νικόλαος Χαλκιόπουλος και οι δικηγόροι Λεωνίδας Πασχάλης και Στέφανος Δραγούμης. Ο τελευταίος ήταν γόνος της γνωστής μακεδονικής οικογένειας των Δραγουμαίων από το Βογατσικό της Κατσοριάς. Η συνεργασία των μακεδονικών οργανώσεων οδήγησε τελικά στην περίφημη εξέγερση του Ολύμπου, τον Φεβρουάριο του 1878. Επικεφαλής της στάθηκε ο λοχαγός Κοσμάς Δουμπιώτης, ο οποίος, μαζί με 500 άνδρες, αποβιβάστηκε στις ακτές του Λιτοχώρου και για δύο μήνες πρωτοστάτησε στις ηρωικές, αλλά τελικά αποτυχημένες προσπάθειες για την απελευθέρωση της περιοχής.

Μυστικές ζυμώσεις και κινήσεις

Οι αποτυχημένες επαναστατικές ενέργειες του 1878 δεν στάθηκαν όμως ικανές να αναχαιτίσουν την επαναστατική ορμή για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Όσο μάλιστα το δίκτυο των διπλωματών, των κληρικών και των δασκάλων μετέφερε στην Αθήνα ζοφερές εικόνες από την πρόοδο της βουλγαρικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, τόσο και οι μυστικές ζυμώσεις για την ανάληψη δράσης πολλαπλασιάζονταν. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον συντονισμό των κινήσεων πέρασε στα χέρια της Εθνικής Εταιρείας (Ε.Ε.), πατριωτικής οργάνωσης, η οποία ιδρύθηκε το 1894 από επιφανή στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας. Η Ε.Ε. συγκρότησε τον Ιούλιο του 1896 οκτώ ανταρτικά σώματα, αποτελούμενα από 500 περίπου αντάρτες, ανάμεσά τους και πολλούς Μακεδόνες πρόσφυγες, που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλία μετά την επανάσταση του 1878. Στάλθηκαν όλοι τους στη Μακεδονία, στο πλαίσιο αντιπερισπασμού στην Πύλη για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν την ίδια περίοδο στην Κρήτη. Το κίνημα του 1896, που είχε επικεφαλής τον οικοδόμο Αθανάσιο Μπρούφα από το Αηδόνι των Γρεβενών, πνίγηκε τελικά στο αίμα από τον τουρκικό στρατό.



O Στέφανος N. Δραγούμης (1842 - 1923) δίνει οδηγίες και συστατικά στον γιο του Iωνα (1878 - 1920), λίγο πριν αναχωρήσει για τη θέση του στο προξενείο Mοναστηρίου. Φωτογραφία τραβηγμένη από τον Π. Mελά. Προς τα τέλη Nοεμβρίου 1902 ο Iων Δραγούμης, γυναικάδελφος του Mελά, διορίζεται υποπρόξενος στο Mοναστήρι με σαφείς οδηγίες των ανωτέρων του «να μη γεννά ζητήματα». αντίθετα, εκείνος αρχίζει αμέσως πυκνή αλληλογραφία με τον Mελά, ζητώντας οικονομική βοήθεια μέσω εράνων, εκπαιδευτικό υλικό, προβολή του «Mακεδονικού» στον ελληνικό και ξένο Tύπο, ενώ συγχρόνως δίνει πληροφορίες γύρω από τη δράση των βουλγαρικών σωμάτων. Eπίσης, φτάνοντας ο Δραγούμης στο Mοναστήρι, ιδρύει μυστικό σωματείο, την «aμυνα» με δίκτυο σε όλη τη Mακεδονία, ενώ ο Mελάς από την πλευρά του αναλαμβάνει ρόλο συνδέσμου της «aμυνας» με τα πατριωτικά σωματεία της aθήνας. aκόμη, την ίδια εποχή, με ενθάρρυνση και συνδρομή του Δραγούμη εμφανίζονται στην περιοχή Kαστοριάς και τα πρώτα ένοπλα ελληνικά σώματα (Bαγγέλη Στρεμπενιώτη, καπετάν Kώτα) συγκροτημένα αποκλειστικά από Mακεδόνες. Tέλη Φεβρουαρίου 1904, μέλος ο Π. Mελάς τετραμελούς επιτροπής Eλλήνων αξιωματικών για επιτόπου εξέταση της κατάστασης, βρίσκεται στη Mακεδονία. Mε αυτήν την πρώτη του αποστολή (24/2 - 29/3) αρχίζει η ένοπλη ανάμιξή του στο Mακεδονικό. Kοντά δεν θα αργήσει η δεύτερη (10/7 - 3/8).

Οι πρωτοβουλίες της Ε.Ε. επαναλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου, στην οροθετική γραμμή της Θεσσαλίας. Χαρακτηριστικό του ενθουσιασμού που επικρατούσε στις τάξεις του ελληνικού στρατεύματος είναι μάλιστα το γεγονός ότι οι στρατιώτες που οδηγούνταν στο μέτωπο -ανάμεσά τους κι ο νεαρός ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς, γαμπρός του Δραγούμη- ζητωκραύγαζαν υπέρ της Μακεδονίας. Iδιες ήταν και οι αντιδράσεις του κόσμου στο Βελεστίνο και στη Λάρισα, όπου έφταναν οι στρατιώτες προωθούμενοι στην πρώτη γραμμή της μάχης.

Μετά το σοκ

Αλλά η τραγική κατάληξη στον πόλεμο του '97 προκάλεσε οδυνηρό σοκ στην ελληνική κοινωνία. Δεν ήταν τόσο η ήττα όσο η καταρράκωση του ηθικού ενός ολόκληρου λαού. Για πρώτη φορά έγινε συνείδηση πως οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες άγγιζαν συχνά τα όρια του τυχοδιωκτισμού και πως οποιοδήποτε φιλόδοξο σχέδιο προϋπέθετε πάνω από όλα συστηματική οργάνωση και σχεδιασμό. Οι μακεδονικοί κύκλοι των Αθηνών είχαν κάθε λόγο να αγωνιούν για τις εξελίξεις, καθώς τα μηνύματα που έφταναν από τη Μακεδονία μόνο ενθαρρυντικά δεν ήταν. Το σπίτι του Μελά είχε μάλιστα εξελιχθεί σε στρατηγείο, όπου ο Παύλος μαζί με τον πεθερό του έβλεπαν συνεχώς Μακεδόνες, κυρίως Καστοριανούς και Κοζανίτες, ανταλλάσσοντας απόψεις για τις ενδεδειγμένες ενέργειες. Βρίσκονταν επίσης σε συνεχή αλληλογραφία με τον γιατρό Άγγελο Σακελλαρίου στη Γουμένισσα, αλλά και πολλούς Μακεδόνες πρόσφυγες που ζούσαν στη Θεσσαλία. Στη θέση της Ε.Ε., που διαλύθηκε το 1900, πληρώνοντας έτσι τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος, ιδρύθηκε η «Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία». Συστάθηκαν επίσης διάφοροι άλλοι σύλλογοι, όπως ο «Κεντρικός Μακεδονικός Σύλλογος» του Χαλκιδιώτη γιατρού Θεοχάρη Γερογιάννη, ο οποίος εξέδιδε το περιοδικό «Μέγας Αλέξανδρος», καθώς και η εταιρεία «Ελληνισμός» του καθηγητή Νεοκλή Καζάζη, η οποία εξέδιδε το αντίστοιχο περιοδικό προσπαθώντας να διαφωτίσει τη διεθνή κοινή γνώμη για τα εθνικά δίκαια της Ελλάδας.

Το γεγονός όμως που άλλαξε τη ροή των γεγονότων ήταν η εξέγερση του Iλιντεν (1903), που εξυφάνθηκε από τις φιλοβουλγαρικές οργανώσεις της Μακεδονίας. Τα νέα για τις διώξεις και τις εκτεταμένες καταστροφές προξένησαν βαθιά αγανάκτηση στον αθηναϊκό λαό. Στις 15 Αυγούστου 1903 οι μακεδονικοί σύλλογοι Αθηνών-Πειραιώς πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Την ίδια περίοδο συστάθηκε και η «Επίκουρος των Μακεδόνων Επιτροπή» με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο και μέλη επιφανή στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας, πολλοί από τους οποίους κατάγονταν από τη Μακεδονία, όπως ο βουλευτής Ιωάννης Καυτατζόγλου, ο Μάρκος Δραγούμης και ο Δημήτριος Βικέλας. Σκοπός της Επιτροπής, η οποία εξέδιδε και το εβδομαδιαίο δελτίο Bolletin d' Orient, ήταν η διενέργεια εράνων με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του μακεδονικού Eλληνισμού. Μάλιστα τον χειμώνα του 1903 αντιπροσωπεία της Επιτροπής επισκέφτηκε τη Μακεδονία και διένειμε σε αστέγους ρούχα, κλινοσκεπάσματα και τρόφιμα.

Αλλά η εθελοντική προσφορά των ιδιωτικών σωματείων όσο σημαντική κι αν ήταν θεωρούνταν ανεπαρκής. Ο Παύλος Μελάς ήταν από τους αξιωματικούς που αγανακτούσαν μπροστά στην αδράνεια της κυβέρνησης Θεοτόκη. Τα αισθήματά του τροφοδοτούνταν μάλιστα κι από τις πύρινες επιστολές που του έστελνε ο αδελφός της γυναίκας του Iων Δραγούμης, ο οποίος στα τέλη του 1902 είχε τοποθετηθεί υποπρόξενος στο Μοναστήρι. Από κανένα κράτος της Ευρώπης δεν έχουμε να περιμένουμε ούτε βοήθεια ούτε τίποτε. Να ξέρεις πως είμαστε εντελώς μόνοι μας. Κανείς δεν μας βοηθεί και όλοι μας κτυπούν. Γιατί λοιπόν να μην κάνουμε μόνοι μας ό,τι πρέπει - αναρωτιόταν ο νεαρός διπλωμάτης. Λαμβάνοντας τέτοια μηνύματα ο Παύλος καθημερινά οργάνωνε εράνους, σύχναζε στα καφενεία της οδού Ζήνωνος για να βλέπει τους Μακεδόνες κτίστες και αλληλογραφούσε με πρώην συντρόφους του στην Εθνική Εταιρεία, καθώς και με αξιωματικούς στη Λάρισα προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τους Μακεδόνες πρόσφυγες που έφταναν στη Θεσσαλία. Σκοπός του ήταν η δυναμική κινητοποίηση του Ελληνισμού. Το διπλό σου γράμμα με ηλέκτρισε... Τι δεν θα έδιδα να είμαι κοντά σου και να σε βοηθώ εις τας ενεργείας σου, έγραφε στον Iωνα. Κι αυτό το πέτυχε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904 μαζί με άλλους φιλόδοξους συντρόφους του.

Τότε, οι λοχαγοί του Πεζικού Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης, ο υπολοχαγός του Πεζικού Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο ίδιος ο ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Παύλος Μελάς, μαζί με τους συνοδούς τους, ξεκίνησαν για μια μυστική αποστολή στη Μακεδονία με σκοπό να διαγνώσουν από κοντά την κατάσταση και να αναφέρουν στην κυβέρνηση τις εντυπώσεις τους. Yστερα από διάφορες περιπέτειες, οι αξιωματικοί επέστρεψαν σταδιακά στην Αθήνα, στη διάρκεια της άνοιξης, έχοντας όμως διαφορετικές εκτιμήσεις περί του πρακτέου. Ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης εισηγήθηκαν την αποστολή στη Μακεδονία ισχυρών ενόπλων ομάδων από την ελεύθερη Ελλάδα, ενώ ο Κοντούλης και ο Μελάς πρότειναν τη συγκρότηση εντοπίων ανταρτικών ομάδων. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, κι ενώ ο δημοσιογράφος Δημήτριος Καλαποθάκης είχε ήδη συστήσει το Μακεδονικό Κομιτάτο με κυβερνητική υποστήριξη, ο ανυπόμονος Μελάς ξεκίνησε τη δεύτερη εικοσαήμερη περιοδεία του στα μακεδονικά βουνά. Η δεύτερη εμπειρία ήρθε απλώς να ενισχύσει τις αρχικές του απόψεις, τις οποίες συμμερίζονταν πλήρως και οι κύκλοι του Καλαποθάκη. Η πολιτική της ευγενούς διπλωματίας, της ουδετερότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας αδυνατούσε να προασπίσει τα συμφέροντα του μακεδονικού Eλληνισμού. Τον λόγο είχαν πλέον τα όπλα.

Ιάκωβος Μιχαηλίδης (Λέκτορας Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστηίιου Δυτικής Mακεδονίας}

αναδημοσίευση από την e-kathimerini

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Μακεδονικός Αγώνας : Η κληρονομιά του και η αλληλουχία του

του Νικόλαου Μέρτζου
αναδημοσίευση από την "Απογευματινή της Κυριακής"
19 -10-2008
(κλικ στην εικόνα για μεγένθυση)



Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Ο Θάνατος του Παύλου Μελά σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής

κλικ στην εικόνα για μεγένθυση.................




Παρασκευή, 03 Οκτωβρίου 2008

ΑΦΑΝΕΙΣ ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΙ (1903-1913)

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι (1903-1913), Ιωάννης Κολιόπουλος (επιστημονικήεποπτεία), Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης ‒ Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου (επιμ.), Θεσσαλονίκη,Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών ‒ University Studio Press, 2008, σελ. 191,
Χορηγός: Νικόλαος Εμμ. Μάνος.

Από τις εκδόσεις University Studio Press η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδώνκυκλοφόρησε τη συλλογική επιστημονική μελέτη της Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι1903-1913 τιμώντας έτσι εμπράκτως την 104η επέτειο του Μακεδονικού Αγώνα. Για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά, μετά ένα αιώνα σιωπής, έρχονται στη δημοσιότητα οι γηγενείς Μακεδόνες αγωνιστές, μάρτυρες και ήρωες του επικού εκείνου Αγώνα για την υπεράσπισητης γενέτειράς τους Μακεδονίας, της ιδιοπροσωπίας τους και της εθνικής ελληνικής ταυτότητάς τους. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι γηγενείς παρέμεναν έως σήμερα αφανείς. Απογράφονται συστηματικά σε 465 πόλεις, κώμες και χωριά της Μακεδονίας περισσότεροι από τρεις χιλιάδες. Τα ονόματα δημοσιεύονται κατ’ αλφαβητική σειρά, κατά Νομό και τόπο, με σύντομες πληροφορίες για τη δράση του καθενός και παραπομπή στηνπηγή των πληροφοριών. Έτσι, η Μακεδονία και η επιστήμη της Ιστορίας διαθέτει ένα εύχρηστο και πλήρως τεκμηριωμένο επίτομο Λεξικό των Αφανών Γηγενών Μακεδονομάχωντο οποίο αποτελεί πολύτιμη συνεισφορά στην ιστορική Αλήθεια, στην επιστημονική έρευνακαι στην κληρονομιά των μακεδονικών οικογενειών και χωριών.

Η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών σημειώνει ότι ο κατάλογος των ονομάτων δεν έχει εξαντληθεί και, γι’ αυτό, ημελέτη θα εμπλουτισθεί με νέα στοιχεία στην επόμενη έκδοση.



Η έρευνα στα αρχεία, συχνά άγνωστα, και στις διάσπαρτες, συνήθως δυσεύρετες, πηγές των πληροφοριών διήρκεσε πάνω από δύο χρόνια. Υπό την εποπτεία του Εφόρου της Βιβλιοθήκης Ιωάννη Σ. Κολιόπουλου, Καθηγητή της Νεότερης Ιστορίας στο Α.Π.Θ. και την άοκνη επιμέλεια του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη, Επίκουρου Καθηγητή της Νεότερης Ιστορίας στο Α.Π.Θ., εργάσθηκαν σκληρά οκτώ ειδικοί επιστήμονες ερευνητές και το τελικό αποτέλεσμα έγραψε ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου. Όλοι είναι Εταίροι. Προηγείται εμπεριστατωμένη και εκτεταμένη Εισαγωγή που υπογράφουν οι προαναφερόμενοι δύο Καθηγητές Ιστορίας.

Η οικονομική δαπάνη υπήρξε υψηλή αλλά την κάλυψε πλήρως με γενναιόδωρη χορηγία, εις μνήμην των γονέων του Μανώλη και Ελένης, ο γηγενής Μακεδών Εταίρος Νικόλαος Εμì . Μάνος, εγγονός δύο Μακεδονομάχων και του ομωνύμου αειμνήστου Δημάρχου Θεσσαλονίκης.

Το έργο θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα www.ems.gr, και παρουσιάζεται επίσημα κατά τον εορτασμό της επετείου του Μακεδονικού Αγώνα την Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008, ώρα 12 μεσημέρι, στην αίθουσα διαλέξεων της Ε.Μ.Σ. όπου έχουν προσκληθεί όλοι οι Νομάρχες και οι Δήμαρχοι της Μακεδονίας. Θα επακολουθήσουν παρουσιάσεις του έργου στις πρωτεύουσες των μακεδονικών νομών και σε σημαντικά κέντρα του Αγώνα. Έχει ήδη αποσταλεί σε όλες τις Βιβλιοθήκες και στα επιστημονικά Ιδρύματα όλης της Ελλάδος.

Στον Πρόλογό του ο Πρόεδρος της Εταιρείας Νικόλαος Ι. Μέρτζος, γηγενής αλλόφωνος Μακεδών, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:

Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε αυθόρμητος, αυτοφυής και αυτοθυσιαστικός. Τότε οι άγνωστοι και οι ταπεινοί, οι ανυπεράσπιστοι και κατά κανόνα αλλόφωνοι Μακεδόνες εισήλθαν αυτόβουλοι στο Ιερόν Θυσιαστήριον όπου προσήλθαν αυθόρμητοι από τις ΄Ακρες του Γένους απροσκύνητοι Έλληνες. Τότε οι Αδελφοί συναντήθηκαν και άχραντοι συλλειτουργήθηκαν. Κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων του Γένους, έσωσαν τη Μακεδονία και η Μακεδονία έσωσε την Ελλάδα της Ήττας από την μιζέρια και την μοιρολατρία, από την γελοία μεγαλομανία και την άγονη ρητορεία.

Αυτός είναι ο Μακεδονικός Αγώνας στο βάθος του ιστορικού χρόνου και στα άδυτα των ελληνικών αξιών. Αυτός ο Αγώνας, ωστόσο, υποτιμήθηκε, παρασιωπήθηκε και παραποιήθηκε όσον ουδείς άλλος επί τόσον πολύν χρόνον από το επίσημο Κράτος και την πρωτεύουσά του – το κέντρο όλων των αποφάσεων. Τσιμουδιά στα σχολειά όταν ήμασταν παιδιά. Κι αυτό, για μας, που τον ξαναζούσαμε σπίτι μας με τους παππούδες μας, ήταν μια μαχαιριά.

Στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι γηγενείς Μακεδόνες ήρωες και μάρτυρες του Αγώνα βυθίσθηκαν στη λησμονιά και, μετά έναν αιώνα, αφέθηκαν άγνωστοι έως και τις μέρες μας. Έτσι, παρ’ όσα πλούσια πράγματι δημοσιεύματα επακολούθησαν συν τω χρόνω, αργά, η ανθρωπογεωγραφία του Αγώνος παραμένει ανολοκλήρωτη. Έτσι, όμως, εμπεδώνεται η ψευδής εντύπωση ότι ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε δήθεν υπόθεση σχετικά ολίγων που οι περισσότεροί τους μάλιστα ανήλθαν στη Μακεδονία από την λοιπή Ελλάδα και αγωνίσθηκαν για τη Μακεδονία και για τους Μακεδόνες ερήμην σχεδόν των Μακεδόνων! Αυτή η εντύπωση απέχει έτη φωτός από την Αλήθεια και έχει προκαλέσει, μεταξύ άλλων, δύο σοβαρότατες παρενέργειες:

Πρώτον: ξένοι ιστοριογράφοι, καλόβουλοι ή συνήθως κακόβουλοι έως και πλαστογράφοι, ισχυρίζονται ότι ο ελληνικός Αγώνας «εισήχθη» στη Μακεδονία από την λοιπή Ελλάδα, διεξήχθη ερήμην τάχα των Μακεδόνων και εντέλει επεβλήθη δια των «ξένων» όπλων στους Μακεδόνες.

Δεύτερον: Έλληνες ιστοριογράφοι, μετά έναν αιώνα, κλεισμένοι ερμητικά στο γραφείο τους και σε βιβλιοθήκες, στήνουν μια «μεταμοντέρνα» εκδοχή της Ιστορίας προορισμένη να υφάνει μιαν στρογγυλεμένη πολυπολιτισμική διεθνιστική κοινωνία της Νέας Τάξης. Δεν περπάτησαν ούτε πόνεσαν τη Μακεδονία, δεν γνώρισαν κατά πρόσωπο τους γηγενείς Μακεδόνες, δεν ένιωσαν την πίκρα που σιωπηλή φαρμακώνει την αγνοημένη αλλά ευλογημένη μακεδονική γη.

Στην ιερή μνήμη αυτών των γηγενών Μακεδόνων και στην ακίβδηλη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών εξεπόνησε επί δύο έτη την παρούσα συστηματική επιστημονική έρευνα και την παραδίδει σήμερα στον ανά χείρας Κώδικα Τιμής που θα επιδώσει επί τόπου σε κάθε τόπο θυσίας και εθνικής μαρτυρίας της Μακεδονίας.

Κ ε ν τ ρ ι κ ή π ώ λ η σ η :
Θεσσαλονίκη:
Εθνικής Αμύνης 4 στην Έκθεση Βιβλίων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Στα βιβλιοπωλεία
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Ερμού 75, Π. Πουρναρά, Καστριτσίου 12, «Πρωτοπορία», Λεωφόρος Νίκης 3, ΜΙΕΤ, Τσιμισκή 11.
Αθήνα::
Βιβλιοπωλεία : Κ. Γρηγόρη, Σόλωνος 71, Ινστιτούτον του Βιβλίου, Μ. Καρδαμίτσα, Ιπποκράτους 8, Γ. Κ. Ελευθερουδάκης Α.Ε., Νίκης 4, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Σόλωνος 60, Δημ. Παπαδήμα, Ιπποκράτους 8, Α. Παπασωτηρίου, Στουρνάρα 35, Διον. Καραβία, Ασκληπιού 67, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Ι> Δ. Κολλάρος ‒ Ι. Καραϊτίδης & ΣΙΑ Ε.Ε.,Σόλωνος 60, «Πρωτοπορία», Γραβιάς 3-5, Πλ. Κάνιγγος, ΜΙΕΤ, Πεσματζόγλου 5 (Στοά Βιβλίου)
Το βιβλίο πωλείται και από το UNIVERSITY STUDIO PRESS, Αρμενοπούλου 32, Θεσσαλονίκη.



Πέμπτη, 06 Μαρτίου 2008

Ο Θάνατος του Παύλου Μελά (απάντηση στον Λιθόξοου)



Τελευταία ακούμε από την τηλεόραση του ΑΝΤ1 για το βιβλίο του και μέλος του εθνικιστικού κόμματος Ουρανίου Τόξου Δημητρίου Λιθόξοου με τον τίτλο "ο Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας" για το πως πλαστογραφεί την Ελληνική ιστορία σε ότι αφορά τον Μακεδονικό αγώνα.Έχω απαντήσει πολλάκις σε ότι αφορά τον Λιθόξοου για το πως πλαστογραφεί την ιστορία με το συγκεκριμένο λιβελογράφημα. Σε αυτό το νήμα θα ΄προσπαθήσω ταπεινά και με την βοήθεια της βιβλιοθήκης μου απαντήσω στον συκοφάντη ιστορικό σε ότι αφορά τον θάνατο του Παύλου Μελά.

Η θλιβερή είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά όταν έφτασε στην Αθήνα κι οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν πένθιμα. Ενώ πολλοί λίγοι στην πρωτεύουσα και την υπόλοιπη Ελλάδα γνώριζαν την έξοδο του στη Μακεδονία, τον θρήνησαν ως εθνικό ήρωα. Κύματα αγανάκτησης συντάραξαν το Πανελλήνιο κι η ανάγκη για εκδίκηση ήταν επιτακτική. Το Μακεδόνικο Ζήτημα που μέχρι τότε αφορούσε ένα μικρό τμήμα του Ελληνισμού, εξυψώθηκε σε αγώνα επιβίωσης ολόκληρου του Έθνους, καθώς ο θάνατος του Μελά αποτέλεσε εναρκτήριο σάλπισμα. Οι συνάδελφοι του αξιωματικοί, ζητούσαν να μεταβούν στη Μακεδονία για να εκδικηθούν το θάνατο του κι όλοι οι Έλληνες αντιλήφθηκαν ότι στο χώρο της διακυβεύονταν ζωτικά συμφέροντα του ελληνισμού. Αν δεν κατοχύρωναν τα συμφέροντα αυτά, η Ελλάδα θα ζούσε πάντα υπό την ασφυκτική πίεση ενός ισχυρού βόρειου γείτονα.

Για αυτό τον λόγο ο Μελάς ακόμα και μετά θάνατον βάλεται από τους Σκοπιανούς και τους Έλληνες συμπαραστάτες τους.Ο Μελάς με την θυσία του ξύπνησε τον κοιμώμενο Έλληνα

Ας δούμε τώρα πως θυσιάστηκε για την Μακεδονία ο Παύλος Μελάς.

Μετά την οργάνωση της Ελληνικής άμυνας στην περιοχή ανατολικά από το Βίτσι και την εγκατάσταση για έλεγχο ενός ισχυρού σώματος από περίπου πενήντα άνδρες με τη γενική διεύθυνση του παλιού αρματολού Γιοβάνη, ο Παύλος Μελάς είχε την πρόθεση μέσω των Κορεστΐων, να περάσει στο Μεγάροβο και το Μοναστήρι, ώστε να οργανώσει την περιοχή πριν από το χειμώνα. Με τα σχέδια αυτά στο μυαλό του ειδοποίησε το σώμα Καούδη-Κύρου να επιδιώξει συνάντηση μαζί του κοντά στη Στάτιστα (Μελά) κι αφού παρέλαβε τα τμήματα των Πύρζα, Βολάνη, Π ούλακα, και Καραλίβανου, κινήθηκε αμέσως προς τα Κορέστια.

Στις 12 Οκτωβρίου το βράδυ, ολόκληρη η δύναμη των 35 ανδρών παρέμεινε στη Στάτιστα (Μελά), όπου οι κάτοικοι με επικεφαλής τον πρόκριτο του χωριού Ντίναν, υποδέχτηκαν με ιδιαίτερη χαρά το σώμα. Ο πρόκριτος ανήκε στο σώμα Καούδη-Κύρου, και ήταν αυτοί που τον έστειλαν να οδηγήσει την επομένη το σώμα Μελά στο σημείο της συνάντησης. Ενώ βρίσκονταν στον καταυλισμό, μια χωρική ειδοποίησε το Μελά ότι ισχυρό τουρκικό τμήμα βγήκε από το Κονοπλάτι (Μακροχώρι) και κατευθυνόταν προς τη Στάτιστα. Ο Μελάς είχε τη γνώμη ότι οι Τούρκοι θα απέφευγαν να τον καταδιώξουν, δεν έδωσε σημασία στην πληροφορία και διέταξε τους άνδρες του να παραμείνουν κρυμμένοι στα σπίτια της Στάτιστας χωρίς να προχωρήσουν σε καμία ενέργεια. Όμως, όταν το τουρκικό τμήμα έφτασε στη Στάτιστα, κατευθύνθηκε στον κάτω συνοικισμό της και χωρίς χρονοτριβή κύκλωσε τα σπίτια όπου είχε καταλύσει το ελληνικό σώμα. Οι προσχεδιασμένες κινήσεις του τουρκικού τμήματος αποδείκνυαν ότι η κίνηση του βασιζόταν σε θετικές πληροφορίες. Το πιθανότερο είναι ότι η οργάνωση της ΕΜΕΟ στην περιοχή, παρακολουθούσε τις κινήσεις του Μελά και είχε κατάλληλα ενημερώσει τους Τούρκους.







Αμέσως μόλις κυκλώθηκαν τα καταλύματα του ελληνικού τμήματος, άρχισαν οι πυροβολισμοί από όλες τις κατευθύνσεις. Ο Μελάς βρέθηκε αντιμέτωπος με μια αναπάντεχη κατάσταση και προσπάθησε να απαλλάξει το σώμα του από τη δύσκολη θέση. Τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι και πριν ακόμη φτάσει στην αυλόπορτα τον κτύπησε τουρκική βολίδα στην οσφυϊκή χώρα. Κατόρθωσε να συρθεί μέχρι το σπίτι, το τραύμα του όμως ήταν θανατηφόρο και μετά από λίγο υπέκυψε. Η τουρκική δύναμη πέτυχε να συλλάβει επτά αντάρτες και μεταξύ τους τον οπλαρχηγό Γεώργιο Βολάνη. Το υπόλοιπο σώμα κατόρθωσε να διαρρεύσει στην περιοχή ανατολικά από το Βίτσι (Βέρνο) εκτός από δύο αντάρτες οι οποίοι αφού περιπλανήθηκαν στην περιοχή Βαψωρίου, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τους κομιτατζήδες.

Γράφει ο ιστορικός ο Βρεττανός ιστορικός Douglas Dakin για τον θάνατο του Παύλου Μελά:

Δεν πέρασε πολλή ώρα και τουρκικές δυνάμεις περικύκλωσαν το σπίτι (είχε επισημανθεί καθαρά στο γράμμα) όπου έμενε ο Μελάς μαζί με τον Πύρζα, τον Ντίνα κι' έναν Κρητικό, τον Στρατίνάκη. Χωρίς να χάσουν καιρό άρχισαν να πυροβολούν κι απείλησαν να κάψουν το σπίτι. Ο Μελάς πρόβαλε από ένα παράθυρο του πάνω ορόφου, πυροβόλησε ένα Τούρκο που πλησίαζε αλλά χτυπήθηκε κι ο ίδιος στην οσφυϊκή χώρα. Κατάφερε να κατεβεί τρεκλίζο­ντας στο κάτω πάτωμα (στο στάβλο), το τραύμα, όμως, ήταν θανάσιμο. Τότε εμπιστεύτηκε στον Πύρζα το σταυρό του για να τον δώσει στη Ναταλία και ζήτησε ακόμη να δοθεί το όπλο του στο γιο του. Ξεψύχησε λίγες στιγμές αρ­γότερα[1]. Ο Πύρζας μάζεψε όλα τα έγγραφα από τις τσέπες του κι άφησε τη σορό στη φροντίδα έμπιστων χωρικών[2]. Οι Τούρκοι, όπως φάνηκε, δεν γνώριζαν ότι είχαν σκοτώσει τον Μελά μέχρι που η θλιβερή είδηση αναγ­γέλθηκε στην Αθήνα.

[1]Η αφήγηση αυτή βασίζεται στον Πύρζα που ήταν παρών. Το σπίτι όπου ο Μελάς άφησε την τελευταία του πνοή σώζεται ακόμη. Μια εξωτερική σκάλα οδηγεί στο πάνω μέρος. Η αφήγηση του Καραβαγγέλη (ο'.π., σ. 33 επ.) αναφέρει ότι βρίσκο­νταν επτά σύντροφοι στο σπίτι αυτό· ότι τράβηξαν τον Μελά μέσα, αμύνθηκαν αλλά στο τέλος παραδόθηκαν. Ανάμεσα στους επτά αυτούς ο Καραβαγγέλης αναφέρει τον Γεώργιο Βολάνη, και τους παλιούς συντρόφους του Βαγγέλη, Γρηγόρη και Χρήστο. Ο Καραβαγγέλης προσθέτει ότι ο Καραλίβανος και εκείνοι που βρίσκονταν σε άλλα σπίτια κατόρθωσαν να διαφύγουν.
[2]Οι χωρικοί έθαψαν το νεκρό του Μελά σε ασφαλές μέρος. Ο Κύρου, που εί­χε επιστρέψει στο Ζέλοβο, έστειλε τον Ντίνα να μεταφέρει τη σορό στο χωριό του. Ο Ντίνας ισχυρίστηκε ότι ενώ ξέθαβε το σώμα αιφνιδιάστηκε από την άφιξη Τούρκων. Για το λόγο αυτό απέκοψε το κεφάλι, το έβαλε σ' ένα σάκο, το μετέφερε στο Ζέλοβο, απ' όπου το πήραν μετά και το ενταφίασαν (τη νεκρώσιμη ακολουθία τέλεσε ο παπα-Σταύρος) τα μεσάνυχτα της 18ης Οκτωβρίου στο Πισοδέρι, στο ναό της Αγίας Παρασκευής. Οι Τούρκοι διέταξαν στη συνέχεια έρευνα στη Στάτιστα και στις 23 Οκτωβρίου βρήκαν το ακέφαλο σώμα και το μετέφεραν στην Καστοριά. Σύμφωνα με τον Καραβαγγέλη, ο οποίος εκείνη την ώρα παρακολουθούσε συνεδρίαση του τοπι­κού συμβουλίου, ο καϊμακάμης είχε την εντύπωση ότι το σώμα ήταν του Μήτρου Βλάχου. Ο Καραβαγγέλης προσθέτει ότι μάζεψε έγγραφα από τη σορό, ορισμένα από τα οποία προέρχονταν από την αλληλογραφία του με τον Μελά σε κώδικα με λατινι­κούς χαρακτήρες. Κι ότι είπε στον καϊμακάμη ότι το θύμα ήταν κάποιος «Τζέτζας» (Ζέζας), όνομα ελληνικό. Ο καϊμακάμης, όμως, επέμενε ότι το σώμα ανήκε σε «Βούλγαρο». Χρειάστηκε ο Καραβαγγέλης να υποκινήσει διαμαρτυρίες από τους Έλ­ληνες της πόλης και να ασκήσει όλη του την επιρροή στους τοπικούς μπέηδες για να του παραδώσει τη σορό ο καϊμακάμης —υπό τον όρο ότι η ταφή θα γινόταν αθόρυβα. Αυτό κι έγινε το επόμενο πρωί στο κοιμητήριο απέναντι από το μητροπολιτικό μέγα­ρο. Λίγο πριν αναχωρήσει από την Καστοριά το 1907, ο Καραβαγγέλης φρόντισε να μεταφερθεί και η κεφαλή από το Πισοδέρι και ολόκληρο το λείψανο τοποθετήθηκε κοντά στην Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της Καστοριάς. Η Ναταλία, με την άδεια των τουρκικών αρχών, ήταν παρούσα στην τελετή (είχε ήδη, λίγο μετά το θάνατο του συζύγου της, επισκεφθεί την Καστοριά). Το 1950 το λείψανο του Μελά μεταφέρθηκε σε τάφο στη μικρή βυζαντινή εκκλησία των Ταξιαρχών της Καστοριάς.


Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε "Παύλος Μελάς".

Βιβλιογραφία*
  1. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα Γεγονότα στην Θράκη, 1988
  2. Douglas Dakin, Ο Ελληνικός αγώνας στην Μακεδονία, εκδόσεις Κυριακίδη, 1993

*H αναφερθείσα βιβλιογραφία βασίζεται σε πρωτογενείς πηγές.

Κυριακή, 06 Μαΐου 2007

Ο Μακεδονικός Αγώνας

Μακεδονία, το μήλο της έριδος

Ο αγώνας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία άρχισε ταυτόχρονα με την επανάσταση στη νότιο Ελλάδα το 1821, όμως δεν είχε αίσιο τέλος, ενώ οι εξεγέρσεις της περιόδου 1830-1860 δεν πρόσφεραν τίποτε περισσότερο από σφαγές, λεηλασίες και τρομοκρατία των χριστιανικών πληθυσμών. Ένα ακόμη ελληνικό κίνημα ξέσπασε στη Μακεδονία το 1877, αλλά η εξέγερση δεν κατόρθωσε να λάβει σημαντικές διαστάσεις. Όμως τώρα πλέον οι Έλληνες δεν ήταν μόνοι τους στον αγώνα για επικράτηση στη Μακεδονία.

Ήδη από τον 19ο αι. οι εθνικές επιδιώξεις των βαλκανικών κρατών κάνουν την εμφάνισή τους και έρχονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Είχε συμβάλλει, όμως, πρωτύτερα κι η ενοποίηση του βαλκανικού χώρου μέσα στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία επέτρεψε την κινητικότητα των βαλκανικών λαών. Έλληνες από τη Μακεδονία και την Ήπειρο εγκαταστάθηκαν στη Σερβία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και Βούλγαροι κατέβηκαν στη Μακεδονία ενισχύοντας το ήδη υπάρχον σλαβικό στοιχείο.

Η εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων που συντελέστηκε στα μέσα του 19ου αι. και η εμφανής υποστήριξή τους από τη Ρωσία τους έφερε σε αντιπαράθεση με το Πατριαρχείο Κων/πολης και τους Έλληνες που μέχρι τότε είχαν πλήρη οικονομική, κοινωνική, πολιτική και εκπαιδευτική κυριαρχία στη Βαλκανική. Οι Βούλγαροι στα 1870 απέκτησαν χωριστή εκπαιδευτική εκπροσώπηση με την ίδρυση της Εξαρχίας και στα 1878 ξεχωριστό κράτος με τη δημιουργία της Βουλγαρικής Ηγεμονίας.

Οι επιδιώξεις των Βουλγάρων δεν περιορίζονταν μόνον στην ενσωμάτωση των εδαφών της σημερινής Μακεδονίας. Αντίθετα ονειρεύονταν μια μεγάλη Βουλγαρία, που θα περιλάμβανε τη σημερινή Βουλγαρία, τη Δοβρουτσά, τη Μακεδονία και τη Θράκη και η οποία είχε γίνει προσωρινά πραγματικότητα το 1877 με την υπογραφή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, που τερμάτιζε τη ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1876-77.

Οι βουλγαρικές επιδιώξεις είχαν ως αποτέλεσμα την αρχή του ελληνοβουλγαρικού ανταγωνισμού για επικράτηση στη Μακεδονία. Ο ανταγωνισμός αυτός επικεντρώθηκε στην προσπάθεια απόκτησης εθνικής συνείδησης από τους χριστιανούς κατοίκους της Μακεδονίας. Ιδιαίτερα δε των σλαβόφωνων που κατοικούσαν στην κεντρική ζώνη της Μακεδονίας, μια ζώνη που εκτεινόταν προς νότο από την Καστοριά, την Κοζάνη, τα Γιαννιτσά και τη Ζίχνη Σερρών και προς βορρά από το Μοναστήρι, τον Περλεπέ, τη Στρώμνιτσα, το Μελένικο και το Νευροκόπι.

Το Πατριαρχείο και η Εξαρχία προσπάθησαν να κερδίσουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας κυρίως με την αποστολή ιερέων και δασκάλων, ίδρυση εκκλησιών και σχολείων.

Ο εκκλησιαστικός διαχωρισμός των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς έλαβε τη μορφή της εθνικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, διότι η διάκριση των πληθυσμών δεν γινόταν με βάση την εθνική ταυτότητα, αλλά με τη θρησκευτική επιλογή. Έτσι οι Πατριαρχικοί ταυτίζονταν με τους Έλληνες και οι Εξαρχικοί με τους Βουλγάρους.




Ο Αγώνας

Ο διμέτωπος αγώνας εναντίον των Τούρκων και των Βουλγάρων γιά την απελευθέρωση και την ένωση της Μακεδονίας με την ΕλλάδαΟ αγώνας αυτός άρχισε ουσιαστικά το 1903 και πήρε τέλος το 1908, όταν θεσπίστηκε το τουρκικό σύνταγμα με το κίνημα των Νεοτούρκων. Σ'αυτό το χρονικό διάστημα, δύο ήταν οι κυριότεροι εχθροί του ελληνικού στοιχείου: οι Βούλγαροι κομιτατζήδες και οι Τούρκοι σωβινιστές.

Πρώτη συστηματική εξόρμηση των Σλάβων ήταν να πετύχουν την ψυχική και γλωσσική αφομοίωση του ελληνικού πληθυσμού, ώστε να έχουν να επικαλεστούν στοιχεία ενισχυτικά των επιδιώξεών τους. Η προσάρτηση στη Βουλγαρία της Ανατολικής Ρωμυλίας τους ενίσχυσε, ώστε να στραφούν απερίσπαστοι στην απόσπαση του μακεδονικού χώρου. γνωρίζοντας πως το ελληνικό στοιχείο δεν θα υπόκυπτε εύκολα, έριξαν το σύνθημα "η Μακεδονία γιά τους Μακεδόνες" ζητώντας και τη συνδρομή των Ελλήνων γι'αυτόν τον "κοινό αγώνα". Στο μεταξύ, στα τέλη του περασμένου αιώνα και τις αρχές του 20ου, πράκτορες, κάτω από το ράσο του καλόγερου, σταλμένοι από τη Ρωσία, άρχισαν να κηρύττουν τη σλαβική ιδεολογία και να βαφτίζουν τους χωρικούς με σλαβικά ονόματα, ενώ ταυτόχρονα τους ξεσήκωναν εναντίον του Τούρκου κατακτητή. Αλλά και οι Τούρκοι, εφαρμόζοντας το "διαίρει και βασίλευε" έβλεπαν ευχάριστα τον εμφύλιο σπαραγμό των χριστιανών κατοίκων της Βαλκανικής χερσονήσου. Στενά δεμένη την εποχή εκείνη η θρησκεία με τον εθνικισμό, χρησιμοποιήθηκε έντεχνα απο τους Βουλγάρους, πριν κινήσουν τον ένοπλο αγώνα τους εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Άρχισαν την επίθεση τους με τη λεηλασία ναών και μοναστηριών και τη σφαγή ιερέων και καλόγερων. Ο άτυχος πόλεμος του 1897, ενώ αποθάρρυνε το μακεδονικό ελληνισμό, έδινε φτερά στους κομιτατζήδες. Παράλληλα και επίσημα οι Βούλγαροι αναλάμβαναν ζωηρή και συστηματική προπαγάνδα στην Ευρώπη.

Οργάνωσαν μικρά ευέλικτα σώματα που είχαν δυό στόχους: να εισπράτουν χρήματα με αναγκαστικές εισφορές και να εξοντώνουν όποιον αντιστεκόταν στο βουλγαρικό κομιτάτο.

Την άνοιξη του 1902, πλήθος από συμμορίες κομιτατζήδων απλώθηκαν στη Μακεδονία από τον Αλιάκμονα ως τις ακτές του Αιγαίου. Οι τουρκικές αρχές, μπροστά στις σφαγές και τους εμπρησμούς, πότε καταδίωκαν αυτές τις ένοπλες ομάδες και πότε αδιαφορούσαν -σκόπιμα- γιά τη δράση τους, αφήνοντας στο έλεός τους το μη τουρκικό πληθυσμό: ανατινάξεις σιδηροδρομικών γραμμών, τραπεζών, επιθέσεις εναντίον τουρκικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ακόμη και φόνοι Τούρκων στρατιωτών και χωροφυλάκων ήταν κάτι το συνηθισμένο.

Τον Απρίλιο του 1903 αναστατώνεται η Θεσσαλονίκη :βόμβες σκάζουν στους κεντρικούς δρόμους, καίγεται η Οθωμανική Τράπεζα, κατστρέφονται οι εγκαταστάσεις αεριόφωτος και ανατινάζεται ένα μεγάλο γαλλικό εμπορικό πλοίο.

Το κίνημα του Ίλιντεν

Οι ταραχές στην Άνω Τζουμαγιά μπορεί να μην κατέλυσαν την οθωμανική κυριαρχία στη Μακεδονία, προκάλεσαν όμως ένα κύμα συμπάθειας στην Ευρώπη. Η Μεγάλη Βρεττανία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία άρχισαν να πιέζουν την Υψηλή Πύλη να προβεί σε μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία.

Μπροστά στον κίνδυνο να μείνει εκτός εξελίξεων η ΕΜΕΟ αποφάσισε να προχωρήσει σε ένοπλη εξέγερση στη Μακεδονία στα μέσα του καλοκαιριού του 1903. Η εξέγερση που εκδηλώθηκε την ημέρα της εορτής του προφήτη Ηλία καταπνίγηκε γρήγορα, λόγω της άρνησης του πληθυσμού να συνδράμει τις ένοπλες ομάδες της ΕΜΕΟ, αλλά και της αποφασιστικότητας που έδειξαν οι Οθωμανοί. Τις νίκες των βουλγαρικών ομάδων στις πρώτες συγκρούσεις με τους Τούρκους διαδέχθηκαν οι απανωτές ήττες και η καταστροφή πολλών χωριών και κωμοπόλεων της Μακεδονίας, όπως το Κρούσοβο και η Κλεισούρα. Η τουρκική πλευρά προχώρησε για μια ακόμη φορά σε επίδειξη σκληρότητας σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών, που στην πλειοψηφία τους είχαν μείνει αμέτοχοι στην εξέγερση.
Οι τουρκικές αγριότητες ξεσήκωσαν την κοινή γνώμη στην Ευρώπη με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας να πιέσουν τον σουλτάνο να αποδεχθεί ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, που είχε εκπονηθεί στο Μύρστεγκ, ένα χωριό κοντά στη Βιέννη. Οι μεταρρυθμίσεις του Μύρστεγκ είχαν σκοπό να περιορίσουν την καταπίεση και τη διαφθορά στα βιλαέτια της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και των Σκοπίων. Ότι δεν μπόρεσε να καταφέρει η ΕΜΕΟ με τη δύναμη των όπλων έγινε εφικτό με την κατακραυγή που ξεσηκώθηκε στην Ευρώπη εναντίον της διοίκησης των Οθωμανών.

Η εξέγερση του Ίλιντεν είχε σοβαρές επιπτώσεις στη συνοχή της Οργάνωσης. Η εμφανής αδυναμία των ανταρτικών ομάδων της ΕΜΕΟ να αντιπαρατεθούν στα τουρκικά στρατιωτικά αποσπάσματα και η απώλεια πολλών ηγετικών στελεχών της Οργάνωσης στη διάρκεια της εξέγερσης είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δυο τάσεις. Η αντιπαλότητα των δυο τάσεων είχε σημαντική επίπτωση στη δραστηριότητα των κομιτατζήδων στη Μακεδονία. Οι τοπικοί βοεβόδες άρχισαν να ασχολούνται με τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ακόμη και να δολοφονούν ο ένας τον άλλο, με αποτέλεσμα να μειωθεί η αποτελεσματικότητα των κομιτατζήδων.


Ελληνική Αφύπνιση

Αυτά τα γεγονότα έδωσαν αφορμή να επέμβουν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, Ρωσία και Αυστρία, και να πετύχουν κάποιες μεταρυθμίσεις στο καθεστώς της Μακεδονίας. Έτσι τους πρώτους μήνες του 1904 σχηματίστηκε στους τρία Βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Κοσόβου (Σκοπίων), σώμα χωροφυλάκων με διοικητή Ιταλό στρατηγό που είχε στις διαταγές του πέντε ανώτερους Ευρωπαίους αξιωματικούς. Ομως καθεμιά από τις δυνάμεις απέβλεπε σε δικούς της σκοπούς.

Έτσι, τίποτα δεν άλλαξε, ενώ το βουλγαρικό κομιτάτο συνέχιζε με περισσότερη ένταση τη δράση του, εξαφανίζοντας Έλληνες πρόκριτους (γιατρούς, δασκάλους, ιερείς κλπ) και σφάζοντας αόπλους χωρικούς στις πλατείες των χωριών, μπροστά στα μάτια των συγχωριανών τους.

Την άνοιξη του 1903 όμως, σχηματίζεται η πρώτη επιτροπή, η Μακεδονική Φιλική Εταιρεία από τον Αργύριο Ζάχο, τον Θεόδωρο Μόδη και τον Θεόδωρο Καπετανόπουλο. Σκοπός ήταν να πειστεί η Ελληνική κυβέρνηση να ενισχύσει την ένοπλη άμυνα των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας. Έτσι την άνοιξη του 1904, έρχονται στη Μακεδονία γιά να μελετήσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα οι λοχαγοί Αναστ. Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γ. Κολοκοτρώνης καιΠαύλος Μελάςς. Παράλληλα στην Αθήνα ιδρύεται ένα μυστικό μακεδονικό κομιτάτο με πρώτα μέλη τους Δ. Καλαποθάκη, ιδιοκτήτη του "Εμπρός", Ν. Πολίτη, καθηγητή πανεπιστημίου, Ιωάννη Ράλλη, Πέτρο Σαρόγλου κλπ. Αποφασίζει να δράσει άμεσα στέλνοντας ένοπλα σώματα και οπλισμό στους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας. Ώσπου όμως να πειστεί η κυβέρνηση, συγκέντρωσαν μόνοι χρήματα και άρχισαν το μεγάλο τους έργο.

Στις 27 Αυγούστου 1904 πέρασε τα σύνορα ο Πάυλος Μελάς με σώμα από Μακεδόνες, Κρητικούς, Λάκωνες κλπ. Ακολούθησαν και άλλα που η παρουσία τους και η δράση τους εμψύχωνε τους Έλληνες Μακεδόνες. Σ' όλα τα Ελληνικά προξενεία αποσπάστηκαν αξιωματικοί του στρατού και δημιούργησαν ένα θαυμάσιο δίκτυο συνεργατών και αγωνιστών. Στόχος τους ήταν η εξουδετέρωση της βουλγαρικής και ρουμανικής προπαγάνδας, η εμπιστευτική αλληλογραφία, η κατασκοπεία, η μεταφορά τραυματιών, η τροφοδοσία των Ελλήνων ανταρτών και γενικά η υπεράσπιση του ελληνικού στοιχείου.
Αρχηγοί και οπλαρχηγοί των ελληνικών σωμάτων, στο μακροχρόνιο και σκληρό εκείνο αγώνα, ξεκίνησαν από όλα τα μέρη της ελεύθερης Ελλάδας και είναι αναρίθμητες οι πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας ενός αγώνα που παρατάθηκε ως το καλοκαίρι του 1908 , οπότε θεσπίστηκε το νέο τουρκικό Σύνταγμα.

Ο Μακεδονικός Αγώνας είχε δώσει τότε στην ελεύθερη Ελλάδα τη δυνατότητα όχι μονάχα να επικαλείται την ελληνικότητα της Μακεδονίας στα διάφορα συνέδρια, αλλά και να πραγματοποιήσει το μεγάλο όνειρο της φυλής με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13.

http://www.hri.org/MPA/gr/other/Makedonikos_Agwn/index.html

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2006

Μακεδονικός Αγώνας, μια πρώτη προσέγγιση

Ο Μακεδονικός Αγώνας αποτέλεσε, αναμφισβήτητα, μια από τις πλέον ηρωικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1878 (1) και τερματίσθηκε μετά από 30 χρόνια. Η κορύφωσή του έρχεται στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν σύσσωμο το έθνος αντιδρά στην συστηματική προσπάθεια αφελληνισμού της Μακεδονίας και εντάξεώς της στη σλαβική σφαίρα επιρροής, όπως αυτή εκπροσωπείτο από την Βουλγαρία. Δεν ήταν η πρώτη απόπειρα αποσπάσεως της Μακεδονίας από τον ελληνισμό. Ήταν, όμως, η πλέον συστηματική, οργανωμένη και απάνθρωπη. Η δράση των «κομιτατζήδων», που, δυστυχώς, θα επαναληφθεί και αργότερα στον 20ο αιώνα, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στους Μακεδόνες και έγινε συνώνυμη της βαρβαρότητας και της θηριωδίας. Οι διωγμοί και οι σφαγές των Ελλήνων από τις συμμορίες των Βούλγαρων κομιτατζήδων ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, χαράσσοντας στη μνήμη σκηνές απίστευτης φρίκης.

Οι Βούλγαροι αποτέλεσαν το όργανο αυτής της προσπάθειας, οι ρίζες της, όμως, πρέπει να αναζητηθούν στην πάγια ρωσική πολιτική εξόδου στις «θερμές θάλασσες». Η ανάδειξή τους σε δύναμη στα Βαλκάνια και η «αξιοποίησή» τους από τη Ρωσία εκτείνεται χρονικά σε όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, καλύπτεται δε πίσω από το ιδεολόγημα του πανσλαβισμού.

Ο πανσλαβισμός αποτέλεσε ιδεολογική και πολιτική κίνηση του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, στηριγμένη στην κοινή ιστορική κληρονομιά των Σλάβων. Ο όρος χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Σλοβάκο Γιαν Χέρκελ (1826), οι ρίζες του, όμως, βρίσκονται στον πολιτιστικό σλαβισμό που διαμορφώθηκε τον 17ο και συστηματοποιήθηκε τον 18ο αιώνα από τον εγκατεστημένο στη Μόσχα Κροάτη Κριζάνικ, τον Τσέχο φιλόλογο Ντομπρόφσκι και τον Σλοβάκο ποιητή Γιαν Κόλαρ. Κατά τον 19ο αιώνα ενδυναμώνεται και αποκτά νέα δυναμική και πολιτικό, πλέον, περιεχόμενο με επίκεντρο την ιδέα της κοινής έκφρασης και κατά περίπτωση εκπροσώπησης των σλαβικών λαών. Ενδεικτική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η σχετικά πρώιμη ιδέα συνένωσης των σλαβικών λαών σε ένα δημοκρατικό κράτος με μορφή ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας, που διατυπώνεται από φιλελεύθερα ή επαναστατικά στοιχεία, όπως η συνδεδεμένη με το κίνημα των Ρώσων Δεκεμβριστών «Εταιρεία των Ενωμένων Σλάβων» (1823-25) ή η «Αδελφότητα Κύριλλος και Μεθόδιος» του Κιέβου (1845-47). (2)Η ανάδειξή του σε κυρίαρχο ιδεολογικό και πολιτικό κίνημα θα έρθει, όμως, από Ρώσους στην πλειοψηφία τους δημοσιολόγους, όπως ο Μ. Π. Πογκόντιν, ο Α. Ι. Κοτσελιόφ, ο Ν. Ν. Στράχοφ, ο Ι. Σ. Αξάκοφ και ο Ν. Ντανιλέφσκι, οι οποίοι, υπό την επίδραση, εκτός των άλλων, του δυσμενούς για τη Ρωσία Κριμαϊκού πολέμου (1854-56) και της Πολωνικής εξέγερσης (1863-64), κηρύσσουν τη συνένωση των σλαβικών λαών υπό την αιγίδα της Ρωσίας. Διχοστασία, αν και όχι σημαντική, προκάλεσαν οι περιπτώσεις της Πολωνίας και της Τσεχίας, λόγω των πολιτιστικών και θρησκευτικών δεσμών που είχαν αναπτύξει με τη Δύση. (3)Ιθύνουσα πνευματική προσωπικότητα της πανσλαβιστικής κινήσεως είχε εν τω μεταξύ αναδειχθεί ο καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, Ρογκόντιν, εκ των ιδρυτών της Σλαβικής Φιλανθρωπικής Εταιρείας (1858, Μόσχα), σκοπός της οποίας ήταν η θρησκευτική και εκπαιδευτική προαγωγή των Σλάβων του νότου.

Εξέχουσα, προσωπικότητα του πανσλαβισμού υπήρξε, επίσης, ο καθηγητής Αξάκοφ, περί του οποίου ήδη εγένετο λόγος. Ο Αξάκοφ θεωρούσε ότι «η δύναμις των Σλάβων έγκειται εις την Ρωσίαν, αλλά και η δύναμις της Ρωσίας εις τον σλαβισμόν». Υπήρξε πρωτοπόρος της εντύπου και εν γένει δημοσιογραφικής προπαγάνδας (4). Σταθμό στην διάδοση των πανσλαβιστικών ιδεών αποτέλεσε η μεγάλη Σλαβική Εθνογραφική Έκθεση. Διοργανώθηκε στη Μόσχα το 1867 και μετεξελίχθηκε σε συνέδριο όλων των σλαβικών λαών της Ευρώπης . (5)

Θεμελιωτής σε θεωρητικό επίπεδο του πανσλαβισμού θεωρείται ο Νικόλαος Ντανιλέφσκι. Το βιβλίο του «Ρωσία και Ευρώπη» (1869) χαρακτηρίσθηκε η βίβλος του πανσλαβισμού. Σύμφωνα με τις απόψεις του οι σλαβικοί λαοί και ο πολιτισμός τους βρίσκονται σε διαρκή αντίθεση με τον Ρωμανογερμανικό πολιτισμό της Δύσης, οπότε μόνη διέξοδός τους για το μέλλον είναι η Ρωσία. Ως προϋπόθεση θέτει την απελευθέρωση των σλαβικών λαών με πόλεμο, οπότε θα βρει την οριστική του λύση και το περίφημο Ανατολικό Ζήτημα. Συνέπεια του πολέμου θα είναι μια σλαβική ομοσπονδία, στην οποία δέχεται ότι έχουν θέση και μη σλαβικοί λαοί, όπως οι Έλληνες, οι Ρουμάνοι, οι Μαγυάροι. Πρωτεύουσα της νέας ομοσπονδίας δεν μπορεί να είναι άλλη από την Κωνσταντινούπολη. (6)

Πέρα, όμως, από την πνευματική ηγεσία χρειαζόταν και η πολιτική, που θα ανελάμβανε την υλοποίηση αυτών των ιδεών. Κορυφαίος εκπρόσωπός της υπήρξε ο Νικόλαος Παύλοβιτς Ιγνάτιεφ. Στρατιωτικός, μεταπήδησε στο διπλωματικό κλάδο και βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το 1864 μέχρι το 1877. Υπήρξε ο πρωταγωνιστής της περίφημης Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, την οποία και θεώρησε ένα εκ των δύο κορυφαίων επιτευγμάτων της καριέρας του. Ο Ιγνάτιεφ υιοθέτησε την πανσλαβιστική θεωρία, διακινδυνεύοντας τη σύγκρουση με τον προϊστάμενό του, Ρώσο Υπουργό Εξωτερικών, Gorchakov, ο οποίος δεν επιθυμούσε τη ρήξη με τη Δυαδική Μοναρχία, στα εδάφη της οποίας κατοικούσαν σλαβικοί πληθυσμοί (Τσέχοι και κυρίως Νοτιοσλάβοι), που συμπεριλαμβάνονταν στα σχέδια των πανσλαβιστών. Ο Ιγνάτιεφ, πρέπει να επισημανθεί, γιατί συχνά επιχειρείται στην Ελλάδα να ερμηνευθούν αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με ιδεολογικά, συναισθηματικά ή άλλα παρεμφερή κριτήρια, δεν οδηγήθηκε στη σύγκρουση με τον Gorchakov από ιδεολογικά κίνητρα, αλλά από τις διαφορετικές εκτιμήσεις του για την ρωσική εξωτερική πολιτική. Θεωρούσε την σύγκρουση με την Αυστροουγγαρία αναπόφευκτη, κατά συνέπεια δεν έβλεπε σημαντικά οφέλη από μια βραχυπρόθεσμη συνεργασία, στο βωμό της οποίας θα θυσιάζονταν οι δυνατότητες ρωσικών κινήσεων προς άλλες κατευθύνσεις και ιδιαίτερα προς αυτή των Σλάβων. Πίστευε ότι ο πανσλαβισμός έδιδε σημαντικές ευκαιρίες στη Ρωσία να επεκτείνει την κυριαρχία της, είτε άμεσα, είτε δια της δημιουργίας δορυφορικών σλαβικών κρατών. Την εκτίμηση αυτή, που φαίνεται να είναι και η πλησιέστερη προς την πραγματικότητα, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, σύμφωνα με τον οποίο «Η πανσλαβιστική του πολιτική δεν εστηρίζετο εις καμμίαν ιδεολογίαν, αλλ’ ήτο ωμότατα ρεαλιστική, αν όχι κυνική, πολιτική επιβολής»(7) . Ενδεικτική του ρεαλισμού του, τον οποίο ουδέποτε επέτρεψε να νοθεύσουν ιδεολογίες και ιδεολογήματα, ήταν και η στάση του κατά τη δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας, την οποία, αν και εξυπηρετούσε τα σχέδιά του, δεν επιθυμούσε, με τη μορφή, τουλάχιστον, και την ένταση που αυτή επιβλήθηκε, αλλά, αντίθετα, προσπάθησε να περιορίσει, επιδιώκοντας ένα ήπιο συμβιβασμό μεταξύ των Βουλγάρων και του Πατριαρχείου (ουσιαστικά των Ελλήνων), διότι εκτιμούσε ότι η μείωση του γοήτρου της Ορθοδοξίας δεν συνέφερε τη Ρωσία, η οποία, παραδοσιακά, στήριζε πολλά στο θρησκευτικό στοιχείο (8) .

Το κίνημα του πανσλαβισμού άσκησε μεγάλη επίδραση στην ρωσική πολιτική κυρίως κατά την βασιλεία του Τσάρου Αλέξανδρου Β’, τον οποίο ώθησε και στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78. Η επιρροή των πανσλαβιστών μειώνεται βαθμιαία την εποχή του Αλέξανδρου Γ’, για να περιορισθεί η απήχησή του στα τέλη του 19ου αιώνα σε ομάδες της δεξιάς αντιπολίτευσης. Φάσεις αναβίωσης θα γνωρίσει και πάλι τον 20ο αιώνα, υπό την καθοδήγηση, πλέον, της ΕΣΣΔ.(9)

Ας προστεθεί ότι δεν έμεινε αναξιοποίητο υπό των πανσλαβιστών κάθε διαθέσιμο μέσο, ώστε να αμφισβητηθεί ακόμη και η ελληνικότητα των κατοίκων της περιοχής. Επιστρατεύθηκε, έτσι, και η γνωστή θεωρία του Γερμανού Φαλμεράϋερ(10) , σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες εξολοθρεύτηκαν από τους Σλάβους κατά τη μετακίνηση των τελευταίων στα Βαλκάνια, με συνέπεια οι χριστιανικοί πληθυσμοί της περιοχής να μην έχουν, πλέον, «ούτε σταγόνα γνήσιο ελληνικό αίμα». Την πρώτη συστηματική ανατροπή της θεωρίας του Φαλμεράϋερ επεχείρησε ο Γερμανός ιστορικός Zinkeisen με την «Ιστορία της Ελλάδος» που συνέγραψε και εν συνεχεία ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, για να ακολουθήσουν και άλλοι, οι οποίοι κατέδειξαν την ενότητα του ελληνισμού σε όλες τις ιστορικές περιόδους(11) . Χαρακτηριστικό επί του θέματος είναι το συμπέρασμα με το οποίο κλείνει το βιβλίο του «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι» ο Κάρολος Χοπφ: «Δια των ειρημένων η θεωρία του Φαλμεράϋρ έπρεπε να περιορισθή εντός του αρμοδίου μέτρου. Ναι μεν υπήρξαν σλαβικαί εποικήσεις εν τη ελληνική ηπείρω, αλλ’ ούτε πανσλαβισμός ούτε ολοσχερής εξόντωσις του ελληνισμού»(12) .

Η σύντομη αυτή περί πανσλαβισμού παρέκβαση ήταν απαραίτητη για την κατανόηση της μεγάλης αλλαγής στη ρωσική εξωτερική πολιτική που μετέβαλλε δραματικά την κατάσταση στα Βαλκάνια στα τέλη του 19ου αιώνα. Η Ρωσία επεδίωκε σταθερά, από αιώνων, την έξοδό της στη Μεσόγειο. Για την υλοποίηση αυτού του στόχου προέβαλλε το στοιχείο της κοινής θρησκείας, της Ορθοδόξου, που της επέτρεπε να «ενδιαφέρεται» για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν άργησε, όμως, να διακρίνει ότι, η μεν ελληνική «Μεγάλη Ιδέα» οδηγούσε σε μια αναβίωση του ανταγωνιστικού «Βυζαντίου», το δε υπάρχον ελληνικό κρατίδιο, στα τότε ή σε τυχόν ευρύτερα όριά του, υποκείμενο στην «προστασία» και άλλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα δε της πανίσχυρης ναυτικής δύναμης, της Βρετανίας, δεν προσεφέρετο για μονομερή χειραγώγηση. Όταν, λοιπόν, έγινε φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να επιβιώσει με την μορφή και κυρίως την έκταση που είχε, αναζητήθηκε η εναλλακτική λύση. Η κίνηση των πανσλαβιστών την προσέφερε και δεν ήταν άλλη από τη Βουλγαρία.

Οι Βούλγαροι, οι οποίοι, κατά τραγική ειρωνεία, δεν είναι καν σλαβικής, αλλά φινικής, ταταρικής ή τουρκικής, προελεύσεως, δεν είχαν μέχρι τον Κριμαϊκό πόλεμο γλώσσα, αλλά ένα γλωσσικό ιδίωμα. Οι μορφωμένοι Βούλγαροι χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα, εξελλήνιζαν τα ονόματά τους και εμφανίζονταν, συχνά, ως Έλληνες(13) . Μέχρι το 1876 το όνομα Βουλγαρία ήταν γνωστό μόνο ως γεωγραφικός όρος (14) . «Και εν τούτοις», σημειώνει ο Σπ. Μαρκεζίνης, «αυτοί εκρίθησαν ως οι καταλληλότεροι δια την ρωσικήν πολιτικήν, ακριβώς λόγω της μονολιθικότητος και ζωτικότητός των». «Συνεχίζοντες την εφαρμογήν του σχεδίου των οι πανσλαβισταί, απέβλεψαν εις τους νέους και εις την Εκκλησίαν. Ευφυής συνδυασμός συντηρητικού στοιχείου και προοδευτικού»(15) .

Η μεθοδικότητα με την οποία εργάσθηκαν οι Ρώσοι καταπλήσσει ακόμη και σήμερα. Στην πρώτη φάση υλοποίησης του σχεδίου τους για τη δημιουργία εκτεταμένου Βουλγαρικού κράτους, αφού επείσθησαν ότι η αρχική επιλογή τους, η Σερβία, δεν μπορούσε να χειραγωγηθεί απόλυτα, στόχευσαν στη δημιουργία βουλγαρικής συνείδησης στους πληθυσμούς που κατοικούσαν την περιοχή που θα αποτελούσε τον πυρήνα της μετέπειτα «Μεγάλης Βουλγαρίας». Το 1836 εκδίδεται η πρώτη βουλγαρική γραμματική, υπό του Ρίλσκι (16) . Την 20ετία 1856-1876, 500 περίπου Βούλγαροι υπήρξαν κρατικοί υπότροφοι στη Μόσχα ή την Οδησσό (17) . Παράλληλα προς αυτές τις κινήσεις, ξεκινά και η προσπάθεια διαχωρισμού της Ορθοδοξίας στην περιοχή από τον Ελληνισμό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το κριτήριο διαχωρισμού των λαών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας ήταν μάλλον το θρησκευτικό παρά το εθνικό. Έτσι οι Χριστιανοί που κατοικούσαν στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, εκτός του Βασιλείου της Ελλάδος και των ηγεμονιών της Ρουμανίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου, υπαγόμενοι στο οικουμενικό Πατριαρχείο ταυτίζονταν με τους Έλληνες (18) . Οι Ρώσοι, που χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά το θρησκευτικό στοιχείο στην εξωτερική τους πολιτική, προωθούν την αποταύτιση, προβάλλοντας ένα άλλο Ορθόδοξο λαό, τους Βούλγαρους. Ο διαχωρισμός αυτός είχε πολύ μεγάλη σημασία για την Ελλάδα, γιατί οδήγησε στην εμφάνιση στο προσκήνιο και άλλων διεκδικητών των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι νέοι «ανταγωνιστές», οι Βούλγαροι, που διακρίνονταν για το σφρίγος, τη ζωτικότητα και το δυναμισμό τους, σε βαθμό ώστε λίγο αργότερα να χαρακτηρισθούν «Πρώσοι των Βαλκανίων», χωρίς τα φαινόμενα διαιρέσεως και απειθαρχίας των Ελλήνων, προσείλκυσαν την προσοχή και των άλλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες δεν άργησαν να αρχίσουν να ανταγωνίζονται για την επιρροή στο νέο «παίκτη», μειώνοντας έτσι το ρόλο και τη σημασία της Ελλάδας. Από εδώ και στο εξής η Ελλάδα θα προβάλλει στην καλύτερη γι’ αυτή περίπτωση ως «συγκληρονόμος» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσα από μια συμμαχία των Χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής την οποία ευνοούσαν Δυνάμεις, όπως η Βρετανία.

Η αποταύτιση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, κλιμακώνεται λίγα χρόνια μετά το σουλτανικό «Χάτι Χουμαγιούν» του 1856, αν και έχει ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του ’40, υπό ρωσική πάντα καθοδήγηση (19) . Οι Βούλγαροι ιερείς ζητούν τη χειραφέτηση από την Ελληνική Εκκλησία. Πρώτος κήρυκας της εθνικής αφύπνισης των Βουλγάρων καταγράφεται στη δεκαετία του 1760 ο αγιορείτης μοναχός Παΐσιος (20) . Ήδη, το Μάρτιο του 1860 η βουλγαρική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης ανακοινώνει ότι θα ασκεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα με την άδεια του Σουλτάνου και όχι του Πατριάρχη, ο οποίος ηρνείτο τον διορισμό Βουλγάρων επισκόπων στις βουλγαρικές Μητροπόλεις, υπενθυμίζοντας ότι το Εκκλησιαστικό Δίκαιο δεν αναγνώριζε εθνικές διακρίσεις. Η ανυπακοή αυτή διευρύνεται με 30 ακόμη κοινότητες από τις βουλγαρικές επαρχίες, τη σύσταση Βουλγαρικής Εκκλησίας και το διορισμό επικεφαλής της του επισκόπου Ιλαρίωνα Στογιάνοβιτς. Ας σημειωθεί δε ότι αξιοποιώντας την εσωτερική διαμάχη στην Ορθοδοξία, Γαλλία και Αυστρία κινούνται παραλλήλως για τη δημιουργία Ουνιτικής Εκκλησίας, γεγονός που, επίσης, θορύβησε τους Ρώσους (21) .

Ο Ιγνάτιεφ, ο οποίος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν επιθυμούσε τη μείωση του γοήτρου της Ορθοδοξίας, συστήνει μετριοπάθεια και επιχειρεί να οδηγήσει σε συμβιβαστική λύση, την οποία δεχόταν και το Πατριαρχείο, κάνοντας σειρά παραχωρήσεων για τη δημιουργία αυτόνομης Εκκλησίας. Οι Βούλγαροι δεν την δέχθηκαν, καθώς ήταν περιορισμένη εδαφικά και δεν περιελάμβανε τη Ρωμυλία και τη Μακεδονία που εποφθαλμιούσαν. Την ίδια τύχη είχε και το σχέδιο μεικτής ελληνοβουλγαρικής επιτροπής σχηματισθείσης υπό του Σουλτάνου (22) . Προσέκρουσε στην αδιαλλαξία των Βουλγάρων, αλλά βρήκε αντίθετο, πλέον, και τον Πατριάρχη. Ούτως ή άλλως ο στόχος των Βουλγάρων δεν ήταν ο συμβιβασμός.

Έτσι, την 28η Φεβρουαρίου (10 Μαρτίου) 1870, υπό την παρότρυνση και του Βρετανού απεσταλμένου, αλλά και την αντίθεση του Ιγνάτιεφ (23) , ο Σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ, ο οποίος δεν είχε, φυσικά, λόγους να δυσαρεστείται από τη διάσπαση των χριστιανών υπηκόων του και μάλιστα μικρό χρονικό διάστημα μετά από μία ακόμη ελληνική επανάσταση, στην Κρήτη, υπογράφει την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, ως αυτόνομης Εκκλησίας, διοικούμενης από Έξαρχο εκλεγόμενο από σύνοδο, στην οποία συμπεριελήφθησαν 17 Μητροπόλεις. Εξίσου σημαντική δε με την ίδρυσή της υπήρξε, για τις μετέπειτα εξελίξεις, η πρόνοια για την προσχώρηση στη νέα Εκκλησία και άλλων Μητροπόλεων με απόφαση των δύο τρίτων των κατοίκων τους (24) . Το Πατριαρχείο αρνήθηκε να την αναγνωρίσει, επικαλούμενο την επιστολή του Φωτίου προς τον Πάπα Νικόλαο Α’, και υπενθυμίζοντας ότι για την αναγνώριση προϋπετίθετο η ύπαρξη ανεξάρτητου κράτους (25) . Ο Πατριάρχης χαρακτήρισε τη νέα Εκκλησία αιρετική (Φεβρουάριος 1872) και λίγο αργότερα αφόρισε τον Έξαρχο και τους Επισκόπους του (26) . Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί ουσιαστικά και την έναρξη του ένοπλου αγώνα για τον αφελληνισμό της Μακεδονίας, την ένταξή της κατ’ αρχήν στη νέα Εκκλησία και εν συνεχεία στην υπό δημιουργία Βουλγαρία. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η Βουλγαρική Εξαρχία αποτέλεσε το πρώτο μιας σειράς καθοριστικών πληγμάτων που δέχθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κατ’ επέκταση ο Ελληνισμός στα Βαλκάνια, καθώς ακολούθησε η απόσχιση των Μητροπόλεων Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (1878), Σερβίας (1879), Ουγροβλαχίας και Μολδοβλαχίας - Ρουμανίας - (1885) (27) .

Πριν την εκτεταμένη αναφορά στη βουλγαρική δράση, που συνιστούσε και το μείζων ελληνικό πρόβλημα στη Μακεδονία, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι αντίστοιχη, αν και μικρότερης έκτασης δράση ανέλαβαν κατά περιόδους η Σερβία και η Ρουμανία. Η δεύτερη, λόγω της αποστάσεως, δημιούργησε τα λιγότερα προβλήματα, αν και δεν έπαυσε να διεκδικεί την αναγνώριση δικαιωμάτων επί των «ρουμανιζόντων» πληθυσμών της Μακεδονίας.(28) «...από της εποχής της ‘ανακαλύψεως’ των Κουτσόβλαχων, των επί μακρόν απολωλότων τούτων τέκνων, ενεθάρρυνε τα σχολεία των και, επειδή ήσαν οι ασθενέστεροι των διεκδικητών χριστιανών, ενεθαρρύνοντο και από την Τουρκίαν, της οποίας την επιβίωσιν επόθουν ούτοι, μέχρι της ημέρας καθ’ ην θα ήσαν αρκετά ισχυροί όπως τους αντικαταστήσουν». (29) Η Σερβία, όμως, χωρίς να φθάσει στις βουλγαρικές ακρότητες, ουδέποτε εδέχθη να απεμπολήσει τη δυνατότητα καθόδου στο Αιγαίου, παρά μόνο από την ανάγκη. Είναι ενδεικτική η στάση της κατά τις συνομιλίες, που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Φεσλάου με τον απεσταλμένο του Τρικούπη Π. Ζάνο. Οι Σέρβοι έδιδαν στη Μακεδονία αυστηρώς γεωγραφική έννοια και υποστήριζαν ότι «οι Σλάβοι της Βορείου Μακεδονίας ώφειλον να ανήκουν εις την Σερβίαν λόγω του χαρακτήρος της εθνότητός των και των ιστορικών των αναμνήσεων». Για την δε υπόλοιπη Μακεδονία, εστιάζοντας στο ανατολικό τμήμα της, δεν δέχονταν να συνυπογράψουν δεσμεύσεις υπέρ της Ελλάδος με το επιχείρημα ότι θα κατηγορούνταν από τους ομόφυλους λαούς της περιοχής - τους Βουλγάρους - ότι, τους εγκατέλειψαν. (30) Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το συμπέρασμα του Berard: «Η κατάκτηση της Μακεδονίας από τη σερβική φαντασία εναρμονίζεται με την κατάληψη της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης από την Αυστρία. Οι Σέρβοι θέλοντας να αποζημιωθούν για την φανταστική αυτή απώλεια με μια φανταστική προσάρτηση, επεξέτειναν τις βλέψεις τους πολύ νοτιότερα του Σαρ Νταγ, μέχρι το Αιγαίο και τα θεσσαλικά βουνά. Σε αντάλλαγμα του Φιούμε, της Ραγούζας και του Καττάρο που έχουν αμετάκλητα χαθεί, κατέλαβαν στα όνειρά τους τη Θεσσαλονίκη». (31)

Η Βουλγαρική Εξαρχία υπήρξε καίριο πλήγμα για την Ελλάδα. «Διότι από της πτώσεως του Βουλγαρικού Πατριαρχείου, έδρα του οποίου ήτο το Τύρνοβον (η πρωτεύουσα της Μεσαιωνικής Βουλγαρίας, κατά το 1934), οι Βούλγαροι ήσαν υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ενώ οι Τούρκοι εκυβέρνων τα σώματά των, οι Έλληνες εκυριάρχουν των ψυχών των - μια εργασία ήτις εις την Εγγύς Ανατολήν δέον να θεωρηθή ως κλάδος πολιτικής προπαγάνδας». «Συνεπώς κρινόμενον εκ των αποτελεσμάτων της, η Βουλγαρική Εξαρχία ήτο το χειρότερον πλήγμα το οποίον έλαβε ο Ελληνισμός κατά τον δέκατον έννατον αιώνα». (32) Η Βουλγαρία, πάντως, αφού «αφυπνίσθηκε» εθνικά, με ρωσική καθοδήγηση, από τούδε και εις το εξής αποθρασύνεται. Προκαλεί διαρκώς τους Τούρκους με κατάληξη των επεισοδίων, τις συνήθεις κατά την τουρκική τακτική, βιαιότητες και σφαγές, που λαμβάνουν ιδιαίτερη έκταση τον Μάιο του 1876, έτος κατά το οποίο οι τουρκικές δυνάμεις επικρατούν των εξεγερθέντων Σέρβων, Μαυροβούνιων και Βουλγάρων. Η αιματοχυσία, παρ’ ότι ήταν μικρότερη από παρόμοιες τουρκικές θηριωδίες κατά των Αρμενίων ή των Ελλήνων στο παρελθόν, προκαλεί πρωτοφανές κύμα συμπάθειας στην Ευρώπη, ιδίως στη Βρετανία, όπου ο Γλάδστων, αντιπολιτευόμενος τους συντηρητικούς και την φιλότουρκο πολιτική τους, ηγείται πραγματικής σταυροφορίας (33) . Στη συνδιάσκεψη της Κωνσταντινουπόλεως που ακολουθεί (Δεκέμβριος), για τη Βουλγαρία αποφασίζεται η δημιουργία δύο αυτόνομων περιοχών, με πρωτεύουσα την Φιλιππούπολη και την Σόφια, ρύθμιση την οποία απορρίπτει η Τουρκία. Έπεται νέα τουρκική άρνηση να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις των δυνάμεων στο Λονδίνο (Μάρτιος 1877) για εφαρμογή ευρύτατων μεταρρυθμίσεων, που είχε αναλάβει την ευθύνη να εφαρμόσει και παλαιότερα, υπό την εποπτεία τους (34) . Η νέα τουρκική άρνηση δίνει την αφορμή στη Ρωσία να κηρύξει τον πόλεμο, τον Απρίλιο του 1877 (35) . Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος τερματίζεται τον Ιανουάριο του 1878 με τους Ρώσους στην Αδριανούπολη και τους Τούρκους να ελπίζουν στη μεσολάβηση των άλλων δυνάμεων, που δεν βλέπουν θετικά τη ρωσική επέκταση.

Συνέπεια της τουρκικής ήττας υπήρξε η υπογραφή την 19η Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου) 1878, στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης, της περίφημης Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Η Τουρκία ανεγνώριζε την ανεξαρτησία της Σερβίας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου, προέβαινε σε εδαφικές παραχωρήσεις (και προς τη Ρωσία) και ίδρυε την αυτόνομο («Μεγάλη») Βουλγαρία, τα σύνορα της οποίας εκτείνονταν από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Οχρίδα, από το Δούναβη μέχρι το Αιγαίο. Η Βουλγαρία, χάρη στον πόλεμο της Ρωσίας, όχι μόνο αποκτούσε αυτόνομη υπόσταση, αλλά αποκτούσε τη Μακεδονία και τη Θράκη (εκτός Κωνσταντινουπόλεως, Αδριανουπόλεως και Θεσσαλονίκης) (36) . Αυτή η Συνθήκη, παρ’ ότι δεν εφαρμόσθηκε, θα αποτελεί πλέον τη βάση του βουλγαρικού «μεγαλοϊδεατισμού». Στο Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) κατά την οποία συζητήθηκαν μεταξύ όλων των δυνάμεων οι ρυθμίσεις της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, η Βουλγαρία δεν ήταν δυνατόν να διατηρήσει αυτά τα κέρδη. Δημιουργήθηκε αυτόνομη Βουλγαρία, βορείως του Αίμου, η Ανατολική Ρωμυλία, νότια του Αίμου, θα διοικείτο από Χριστιανό κυβερνήτη, ενώ η Μακεδονία και η Θράκη επέστρεφαν στο προηγούμενο καθεστώς. Από το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα εντείνεται διαρκώς ο ένοπλος αγώνας των διεκδικητών της Μακεδονίας, αλλά και της Θράκης, μετά τη διαφαινόμενη τουρκική αποχώρηση. Κύριος διεκδικητής η Βουλγαρία, που υπό ρωσική καθοδήγηση και βοήθεια θέτει σε εφαρμογή ένα άρτια οργανωμένο σχέδιο κυριαρχίας στη Μακεδονία. Περιλαμβάνει επιθέσεις ένοπλων ομάδων σε όλη τη χώρα, ίδρυση σχολείων, σφαγές εξεχόντων Ελλήνων, πιέσεις στον πληθυσμό για συμμετοχή στην Εξαρχία και προπαγανδιστική εκστρατεία στις χώρες της Δύσης, στις οποίες καλλιεργείται η εντύπωση ότι η Μακεδονία είναι αμιγώς βουλγαρική (37) . Παράλληλα με αυτούς δρουν στον ίδιο χώρο, η Ρουμανία, που διεκδικεί τους βλαχόφωνους πληθυσμούς (38) , οι χώρες της Δύσης και το Βατικανό που επιχειρούν να προσηλυτίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ομάδες του πληθυσμού από την Ορθοδοξία στον Καθολικισμό (39) , αλλά και οι Σέρβοι, οι οποίοι στοχεύοντας στη Θεσσαλονίκη και την έξοδο στο Αιγαίο, δεν διστάζουν να εγγράψουν και στον κρατικό προϋπολογισμό τους (1887) κονδύλι 4 εκατομμυρίων για τη δράση στη Μακεδονία (40) .

Παρά την δράση, όμως, των υπολοίπων, η μεγαλύτερη απειλή παρέμενε η Βουλγαρία, η οποία, ας μην λησμονείται, είχε «εγγράψει» δικαιώματα στην περιοχή με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Ένοπλες ομάδες Βουλγάρων, συχνότατα και με τη συμμετοχή Ρώσων αξιωματικών (41) , φθάνουν από άκρη σε άκρη της Μακεδονικής γης, άλλοτε πιέζοντας άμεσα τους Έλληνες να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχία και άλλοτε διενεργώντας επιθέσεις εις βάρος των Τούρκων, ώστε οι δεχόμενοι την οργή τους Έλληνες να συμπράξουν μαζί τους στον αγώνα κατά της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά ουσιαστικά της ενσωμάτωσης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τα πρώτα σημαντικά επεισόδια λαμβάνουν χώρα παράλληλα με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Συμμορίες Βουλγάρων επιτίθενται σε Έλληνες και μουσουλμάνους, προκαλώντας τουρκικά αντίποινα, τα οποία, στρέφονται αδιακρίτως κατά των Χριστιανών, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους ελληνικούς πληθυσμούς (42) . Σε μεγαλύτερη έκταση και πιο συστηματική μορφή επαναλαμβάνονται κάθε ένα από τα επόμενα χρόνια, για να φθάσουν ορισμένες φορές να προσλάβουν χαρακτήρα μαζικής εισβολής, όπως το 1880 στην Ανατολική (43) και το 1885 στην Δυτική Μακεδονία (44) .Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, ευρισκόμενοι πλέον σε διαρκή εγρήγορση, δεν χρειαζόντουσαν παρά μία τελευταία αφορμή για να ξεσηκωθούν. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, η βουλγαρική εμφάνιση και οι τουρκικές πιέσεις, διαμόρφωσαν το κλίμα που οδήγησε στην επανάσταση του 1878. Η επανάσταση, που οργανώθηκε αποκλειστικά από τις δυνάμεις των Ελλήνων της Μακεδονίας και αποκηρύχθηκε μάλιστα στο ξεκίνημά της από την Ελλάδα, ξέσπασε τον Φεβρουάριο και διήρκεσε ολόκληρο το έτος, χωρίς, ως γνωστόν, να επιτύχει τους στόχους της (45) . Αποτέλεσε, όμως, μια εστία φωτιάς, που ειδικά στη Δυτική Μακεδονία, δεν σταμάτησε να καίει ούτε στιγμή, μέχρι την απελευθέρωση. Οι ένοπλες ομάδες που οργανώθηκαν εκείνη την εποχή αποτέλεσαν την κύρια δύναμη αντίστασης στη βουλγαρική επιβουλή, μέχρι τη στιγμή που θα αρχίσει η τελική φάση του Μακεδονικού Αγώνα, με τη συμμετοχή ολόκληρου του έθνους.

Από την επανάσταση του 1878 και έπειτα, η ελληνική αντίδραση αυξάνεται και προσλαμβάνει μαζικό χαρακτήρα. Η έναρξη του αγώνα τοποθετείται, βέβαια, αρκετά νωρίτερα, περίπου στα 1870, όταν ξεκινά η ελληνοβουλγαρική αντιπαράθεση με εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά μέσα. (46) Η ουσιαστική, όμως φάση του, που είναι και ένοπλη, σηματοδοτήθηκε με την επανάσταση του 1878. Από αυτό το χρονικό σημείο οργανώθηκαν ένοπλες ομάδες, που παρά την καταδίωξη και συχνά τις συλλήψεις ηγετών τους από τους Τούρκους, με σημαντικότερες αυτές του 1887 (47) , δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή τη δράση τους. Από το 1883 και έπειτα αντιμετωπίζεται η δράση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και δεκάδες σλαβόφωνα χωριά επιστρέφουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (48) , εξέλιξη καθοριστική, καθώς, όπως ήδη επισημάνθηκε, ο εθνικός προσδιορισμός γινόταν ουσιαστικά με βάση τη συμμετοχή στην αντίστοιχη Εκκλησία. Με δωρεές και προσπάθειες ομογενών από πολλά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πλούσιων κατοίκων της περιοχής δημιουργούνται διαρκώς σχολεία, βιβλιοθήκες και άλλα ιδρύματα (49) . Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», ιδρυθείς στην Αθήνα το 1869, η «Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης», ιδρυθείσα στην Κωνσταντινούπολη το 1871 και υπό την καθοδήγηση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, από το 1887, η «Επιτροπή προς Ενίσχυσιν της Εκκλησίας και Παιδείας» (50). Δεν λείπει φυσικά, ήδη από την επανάσταση του 1878, και η συνδρομή από ιδιώτες και εξέχουσες μορφές του Βασιλείου της Ελλάδας, όπως ο Κ. Βατικιώτης, Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη (51) , ο Μιχαήλ Μελάς, πατέρας του εθνομάρτυρα Παύλου Μελά (52) , ο Στέφανος Δραγούμης (53) , ο Πρόξενος στο Μοναστήρι Λογοθέτης (54) και αρκετοί άλλοι. Ο Ελληνισμός οργανωνόταν, εντός και εκτός Ελλάδος, ιδρύοντας, μάλιστα, για τους σκοπούς του αγώνα τη «Νέα Φιλική Εταιρεία» και εγκαθιστώντας δίκτυα τροφοδότησης των ανταρτών με όπλα, χρήματα, εφόδια (55) . Ας σημειωθεί ότι ανάλογη δράση είχε ήδη αναληφθεί και σε Θεσσαλία - Ήπειρο (56) , αν και στη Θεσσαλία δεν συνεχίσθηκε επί μακρόν, εφ’ όσον εντός ολίγου (1881) επρόκειτο να αποδοθεί στην Ελλάδα.

Το επίσημο ελληνικό κράτος, από την πλευρά του, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις πιέσεις των Δυνάμεων για αποχή από ενέργειες που θα αποσταθεροποιούσαν την περιοχή και στην πίεση πολιτών και πολιτικών για δράση, άλλοτε από ανησυχία για τις εξελίξεις στη Μακεδονία και τα υπόλοιπα Βαλκάνια και άλλοτε υπό την επήρεια του συνήθους λαϊκισμού και της εντόνου αντιπολιτευτικής διαθέσεως. Η επίσημη Ελλάδα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι άργησε να αντιληφθεί τον σλαβικό κίνδυνο. Και όταν αυτός έγινε σαφής δυσκολεύθηκε υπό το βάρος των ξένων πιέσεων, της πολιτικής αστάθειας και της οικονομικής δυσπραγίας να αντιδράσει συστηματικά, οργανωμένα και στην έκταση που επέβαλαν οι περιστάσεις. Το κενό αυτό κάλυψαν σε κάποιο βαθμό, όπως ήδη έχει αναφερθεί, οι ιδιώτες και σε πολύ μεγαλύτερο οι ομογενείς της διασποράς και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στον καθοριστικό για τις μετέπειτα εξελίξεις ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 η στάση της χώρας μας υπήρξε επαμφοτερίζουσα. Είχε ήδη αρνηθεί να συμπράξει στον πόλεμο κατά της Τουρκίας με την Σερβία (1876), παρά την επίκληση από τους Σέρβους της Συνθήκης του Φεσλάου (1867) (57) , αρνήθηκε και πάλι τη συμμετοχή στο ρωσοτουρκικό πόλεμο, παρ’ ότι η πίεση της κοινής γνώμης και μερίδας των πολιτικών, υπό το φόβο κυρίως των σλαβικών κερδών εις βάρος των εθνικών δικαίων στην υπό κατάρρευση Ευρωπαϊκή Τουρκία, υπήρξε ισχυρή. Εισέρχεται τελικά στον πόλεμο, εισβάλλοντας στη Θεσσαλία, όταν αυτός είχε, πλέον, λήξει, για να αποσύρει αμέσως τις δυνάμεις της. Η αναταραχή, όμως, στην Μακεδονία, που θα είναι, πλέον, μόνιμη δεν θα της επιτρέψει για πολύ να απέχει.

Οι εξελίξεις αυτές λαμβάνουν χώρα σε ένα δυσμενές, πρέπει να επισημανθεί, διεθνές περιβάλλον. Η μικρά, ασταθής και σχετικά ανυπόληπτη Ελλάδα βλέπει τις Δυνάμεις να ανταγωνίζονται πλέον για την αύξηση της επιρροής τους στην αναδυόμενη δύναμη των Βαλκανίων, την Βουλγαρία. Η Ρωσία έχει ήδη κάνει την επιλογή της. Η Βρετανία στηρίζει την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, αν αυτή παύσει να είναι εφικτή, προκρίνει την αντικατάστασή της από μια συμμαχία των χριστιανικών λαών της περιοχής και όχι ένα μόνο κράτος. Επιχειρεί δε, καθ’ όλη αυτή την περίοδο να δελεάσει την Βουλγαρία, την οποία, ελπίζει να αποσπάσει από την πρόσδεση στη Ρωσία. Η Αυστρία, αν και έχει την προσοχή της στραμμένη στα βορειοδυτικά Βαλκάνια και με το Συνέδριο του Βερολίνου αυξάνει την παρουσία της (Βοσνία - Ερζεγοβίνη), δεν αδιαφορεί για την τύχη της Θεσσαλονίκης. Η Γερμανία στην αρχή λειτουργεί συμπληρωματικά της Αυστρίας, δεν αργεί, όμως, να την υπερκεράσει και να αναμιχθεί δραστήρια, στα πλαίσια του δόγματος «Ντραγκ ναχ Όστεν» (του δρόμου προς την Ανατολή), ταυτίζοντας τα συμφέροντά της με την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Κρίσιμη και δυσάρεστη για την Ελλάδα εξέλιξη απετέλεσε η συνεννόηση Γερμανίας, Αυστρίας και Ρωσίας της 6/18 Ιουνίου 1881. Η συνεργασία τους αφαιρούσε πλέον τη δυνατότητα ελιγμών από την Ελλάδα και την ευκαιρία να αξιοποιεί διπλωματικά τις μεταξύ τους διενέξεις. Επρόκειτο δε να αποτελέσει ισχυρό πλήγμα για τα ελληνικά σχέδια για τη Μακεδονία, τα οποία δεν θα μπορούσαν να συνδυασθούν με μια κοινή πολιτική των Δυνάμεων αυτών στην περιοχή (58) .

Με δεδομένη αυτή τη στάση των Δυνάμεων δεν είναι δυσερμήνευτη η ευκολία με την οποία η Βουλγαρία προσάρτησε πραξικοπηματικά την Ανατολική Ρωμυλία. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Βερολίνου η Ανατολική Ρωμυλία κατέστη αυτόνομος, με Χριστιανό κυβερνήτη που όριζε ο Σουλτάνος με τη σύμφωνο γνώμη των Δυνάμεων. Αμέσως με την εφαρμογή του νέου καθεστώτος άρχισε ο εκβουλγαρισμός, καθώς έντονος ήταν ο φόβος ότι το πολυάριθμο ελληνικό στοιχείο, για το οποίο ας σημειωθεί δεν υπήρξε πρόνοια στο Βερολίνο, θα κυριαρχούσε. Οι βουλγαρικές πιέσεις, η αδιαφορία της Τουρκίας, που θεωρούσε την περιοχή χαμένη, η ελληνική αδυναμία και η αγγλική συνδρομή, επέτρεψαν το 1885 (6/18 Σεπτεμβρίου) στη Βουλγαρία, να εκδηλώσει το πραξικόπημα που οδήγησε στην ένωση. Τρεις μέρες αργότερα ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας Αλέξανδρος Βάτεμπεργκ σπεύδει στη Φιλιππούπολη, όπου ανακηρύσσεται ηγεμόνας των «Δύο Βουλγαριών» (59) . Από αυτή τη στιγμή και έπειτα το ελληνικό στοιχείο, που σημειωτέον έφθανε τα 250.000 (60) άτομα, φθίνει. Αμέσως αρχίζουν περιορισμοί και διώξεις που κορυφώνονται το 1903 και το 1906, όταν αποχωρούν μαζικά 50.000 άτομα, για να ακολουθήσει η τελική εκκένωση της περιοχής το 1922-23 (61) . Στην ελεύθερη Ελλάδα οι λαϊκές αντιδράσεις υπήρξαν εντονότατες, η δε κυβέρνηση ανετράπη, αφού προχώρησε σε επιστράτευση, για να προκαλέσει την άμεση αντίδραση των Δυνάμεων, που έφθασε μέχρι τον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας (26 Απριλίου/8 Μαΐου 1886) (62) . Η Βουλγαρία, παραλλήλως, ξεπέρασε σχετικά εύκολα την κρίση χάρη και στον νικηφόρο πόλεμο που διεξήγαγε, δεχόμενη επίθεση από τη Σερβία (63) .

Οι εύκολες ουσιαστικά επιτυχίες του 1878 και του 1885 «μεθούν», πλέον, τη Βουλγαρία που εξορμά για την απόκτηση του «μεγάλου επάθλου», τη Μακεδονία. Συστηματοποιεί και οργανώνει ακόμη περισσότερο τη δράση της. Το 1893 στη Ρέσνα της βορείου Μακεδονίας ιδρύεται η «Μυστική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ), που τρία χρόνια αργότερα μετονομάζεται σε «Εσωτερική Μακεδονο-αδριανοπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση», προκειμένου να συμπεριλάβει και τη Θράκη. Με το σχηματισμό αρκετών πυρήνων της συστήνεται στη Σόφια συντονιστικό όργανο υπό τον τίτλο «Τσεντράλεν Κομιτέτ» (Κεντρική Επιτροπή). Διαβλέποντας ότι η μέχρι τότε τακτική της προσχηματικής χρήσης της θρησκείας (απόσπαση χωριών από το Πατριαρχείο χάριν της Εξαρχίας) αποδεικνυόταν ανεπαρκής, υιοθετούν το σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και εξορμούν για την επίτευξη της αυτονομίας, που θα καθιστούσε πολύ πιο εύκολη, κατά το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας, την εν συνεχεία ενσωμάτωση στη Βουλγαρία. Εν τω μεταξύ την πρωθυπουργία της χώρας αναλαμβάνει, σε αντικατάσταση του Σταμπούλωφ, ο Στωίλωφ, εκφραστής της δυναμικής και άμεσης παρέμβασης στη Μακεδονία, την οποία και καθιστά κύριο στόχο της εξωτερικής πολιτικής του(64) . Το 1895 ιδρύεται στη Σόφια η «Ανώτατη Μακεδονική Επιτροπή» («Βερχόβεν Κομιτέτ»), με στόχο την απορρόφηση και έλεγχο του πρώτου, για τη διεξαγωγή του αγώνα υπό κεντρικό έλεγχο και στόχο την άμεση ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Η βουλγαρική εξόρμηση συστηματοποιείται, λοιπόν, και μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 προσλαμβάνει εκτεταμένες διαστάσεις(65) . Η ταπεινωτική ήττα της Ελλάδος υπήρξε καταστροφική για τον ελληνισμό της Μακεδονίας. Οι Τούρκοι στράφηκαν με μένος εναντίον των Ελλήνων, ενώ παραχώρησαν σειρά προνομίων στους βουλγαρικούς πληθυσμούς και σε ορισμένους ρουμανίζοντες βλάχους.(66) Συν τοις άλλοις από το 1899 σχηματίζεται στη Βουλγαρία πανεθνική κυβέρνηση.

-------------------------------------------
(1) Ν. Ι. Μέρτζου, «Εμείς οι Μακεδόνες», σελ. 55, Εκδόσεις Ι. Σιδέρη
(2) Λεξικό Λαρούς, Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 48, σελίδες 73-74
(3) Λεξικό Λαρούς, όπ. πρ., τόμος 48, σελίδες 73-74
(4) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1968, «ΠΑΠΥΡΟΣ - ΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ», τόμος 2, σελ. 97
(5) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 48
(6, 7, 8) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99
(9) Λεξικό Λαρούς, Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 48, σελίδες 73-74
(10) «Ιστορία της Χερσονήσου του Μωρέα κατά τον μέσον αιώνα», τόμος Α’, 1830
(11) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 95 και 97
(12) Κάρολος Χοπφ, «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι», Ανασκευή των θεωριών Φαλλμεράϋρ, μεταφρασθείσα εκ του Γερμανικού υπό ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΖΑΜΒΑΛΔΗ, καθηγητού εν Βενετία, Εν Βενετία, Εκ του Τυπογραφείου il Tempo, 1872. Ανατύπωση ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΝΟΤΗ ΚΑΡΑΒΙΑ.
(13) N. Miller, Ιστορία της Βουλγαρίας, ελληνική μετάφραση Λ. Καλβοκορέση, σελ 4 [Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99]
(14) Holland Rose, «The Development of the European Nations 1870-1900», τόμ. Α’, σελ 299 [Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Σπ. Β. Μαρκεζίνη,τόμος 2, σελ. 99]
(15) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99
(16) Παναγιώτη Μαχαίρα, «Μακεδονία, Ελλάδος Πρόφραγμα», σελ.28, Αθήνα 1992
(17) B. H. Sumner, «Russia and the Balkans 1870-1880», σελ 112, [Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 99]
(18) William Miller, «Σύγχρονος Ιστορία», Καίμπριτζ, τομ. ΙΒ, σελ 381 [Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Σπ. Β. Μαρκεζίνη, τόμος 2, σελ. 100]
(19) Παναγιώτη Μαχαίρα, όπ. πρ., σελ.28, Αθήνα 1992
(20) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 50, (21) Douglas Dakin, «Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1770-1923», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σελ.188-189
(22) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.188-189
(23) Οι γνώμες, ως προς το ρόλο του Ιγνάτιεφ, διχάζονται. Είναι γεγονός ότι εξυπηρετούσε τα πανσλαβιστικά σχέδιά του η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Κατά την άποψη που θεωρώ επικρατέστερη, εργάσθηκε γι’ αυτή, δεν την επιθυμούσε, όμως, με τον βιαστικό και μειωτικό του Πατριαρχείου τρόπο που επεβλήθη. Κατά άλλη άποψη (βλ. Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ 49 και επόμ., W. Miller, Ιστορία του Ελληνικού λαού, 1821-1921, Μετάφρασις εκ της αγγλικής υπό Κώστα Καιροφυλα, Έκδοσις Εταιρίας «ΤΥΠΟΣ», Αθήναι 1924, σελ 97-98) αποτελεί τον κύριο, αν όχι αποκλειστικό, υπεύθυνο, στα πλαίσια του σχεδίου μείωσης του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς όφελος της Ρωσικής Εκκλησίας.
(24) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.188-189
(25) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 100
(26) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.190
(27) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 46
(28) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 61-65
(29)W. Miller, όπ. πρ., σελ. 139
(30) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 61-65
(31) V. Berard, «Τουρκία και Ελληνισμός, Οδοιπορικό στη Μακεδονία, Εκδόσεις Τροχαλία, σελ 250 & 265Το βιβλίο στηρίζεται στις εμπειρίες του συγγραφέως κατά ο ταξίδι του στην περιοχή το 1890-1892. Οι σερβικές βλέψεις στη Μακεδονία θεμελιώνονται στο βιβλίο του Γκόπτσεβιτς «Μακεδονία και Παλαιά Σερβία», Βιέννη, 1899.
(32) W. Miller, όπ. πρ., σελ. 97-98
(33)Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 100-101
(34) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.198-199
(35) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 101
(36) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.205
(37) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 86
(38) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 77
(39) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 77
(40) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 78
(41) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 86
(42) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 56
(43) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 76
(44) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 101
(45) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 63-68
(46) Ευ. Κωφού, «Η εξωτερική πολιτική και τα ζητήματα της εθνικής ολοκλήρωσης», Νεώτερη Ελληνική Πολιτική Ιστορία 1750-1940, Ελεύθερος Τύπος, τεύχος 14, σελ 343
(47) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 93-95(48) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 77
(49) Ν. Ι. Μέρτζου, «Εμείς οι Μακεδόνες», σελ. 103-114
(50) Βασίλη Γούναρη, «Ο Μακεδονικός Αγώνας». Η Ελλάδα τον 20ο αιώνα, 1900 - 1910. Καθημερινή - Επτά Ημέρες, 17/10/1999, σελ 11-13
(51) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 67
(52) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 65
(53) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 65
(54) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.202
(55) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 92
(56) Douglas Dakin, όπ. πρ., σελ.202
(57) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 79
(58) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 158
(59) Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 52, σελ. 408
(60) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 84
(61) Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 52, σελ. 408
(62) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 82-83
(63) Σπ. Β. Μαρκεζίνη, όπ. πρ., τόμος 2, σελ. 180-182
(64) Παναγιώτη Μαχαίρα, όπ. πρ., σελ.45, Αθήνα 1992
(65) Ν. Ι. Μέρτζου, όπ. πρ., σελ. 123-125
(66) Ευ. Κωφού, όπ. πρ., τεύχος 14, σελ 339

Σλαβόφωνοι Έλληνες_3

ε: Δράση μετά τό 1878 καί ώς την έναρξη του Κυρίως Μακεδονικού Αγώνα

Μετά τό 1878 στη Βόρεια καί τή Δυτική Μακεδονία δρούσαν επαναστατικά σώματα με ηγέτες τούς δίγλωσσους:

- Βασίλη Ζούρκα και Νικόλαο Γκίζα ή Κορδίστα στις Πρέσπες και στο Βίτσι.
- Θανάση Μπρούφα και Τάκη Περήφανο στο Μορίχοβο και στα κεφαλοχώρια γύρω από το Μοναστήρι,
- Καραναούμ ή Ναούμη στην περιοχή τής Φλώρινας, Κορεστίων, Καστοριάς, Κορυτσάς,
- Ναούμ Σπανό από τη Χρούπιστα, στην Καστοριά, Ανασελίτσα και Γράμμο και
- Καταραχιά στο Βίτσι, στο Μουρίκι και στο Βέρμιο.

Στο μεταξύ οι Βούλγαροι, θέλοντας νά επιτύχουν εφαρμογή του άρ. 10 του σουλτανικού φιρμανιού για την ίδρυση τής Εξαρχίας (σύμφωνα με τό οποίο θα θεωρούνταν βουλγαρικές όσες κοινότητες με πλειοψηφία των 2/3 των κατοίκων τους θα δήλωναν σχετικά) έκαμαν συστηματικό αγώνα εκβουλγαρισμού των Ελλήνων και στράφηκαν σε πρώτη φάση προς τούς σλαβοφώνους, οι οποίοι όμως δεν έδειξαν αυτή τή διάθεση.

Ή αντίδραση αυτή των σλαβοφώνων τής Μακεδονίας οδήγησε τούς Βουλγάρους στην ίδρυση τής Ε.Μ.Ε.Ο. τό 1893 καί στην αποστολή ενόπλων συμμοριών στη Μακεδονία για νά επιτύχουν με τό όπλο ό,τι δεν μπόρεσαν με την πειθώ καί την προπαγάνδα.
Ή δράση των κομιτατζήδων άρχισε τό 1895 από τις περιοχές Νευροκοπίου, Πετριτσίου, Μελενίκου καί Στρώμνιτσας, όπου υπήρχε σλαβόφωνο ελληνικό στοιχείο.
Η ελληνική απάντηση δόθηκε τό καλοκαίρι τού 1896 με σώματα πού μπήκαν από τή Θεσσαλία. Αλλά “τό αντάρτικο κίνημα του 1896 βασίσθηκε κυρίως στους ενόπλους ελληνομακεδονικούς πυρήνες, οι οποίοι διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά τό τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στην εθνική κινητοποίηση του Ελληνισμού της Μακεδονίας” καί “Η ταχύτατη ελληνική διείσδυση στο γεωγραφικό αυτό χώρο του 1896 οφείλεται κυρίως στην παρουσία των έμπειρων δυτικομακεδόνων οπλαρχηγών, πολλοί από τούς οποίους είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση του 1878 καί γνώριζαν άριστα τούς τόπους εκείνους, αλλά καί στη φιλική μεταχείριση των ελληνικών πληθυσμών, όπου έδρασαν τα ελληνικά σώματα”.
Επικεφαλής τής κίνησης τού 1896 τέθηκε ό παλαίμαχος Μακεδόνας (Γρεβενά) αγωνιστής Θανάσης Μπρούφας (1892-1897), πού είχε υπαρχηγούς τούς Μακεδόνες Τάκη Νάτσιο (Περήφανο), Δημ. Καναβό, Ιωάν. Γεωργαντά, Ιωάν. Τσάμη, Βασ. Οικονόμου καί Λάζο Βαρδή. Ο Μπρούφας σκοτώθηκε τό 1897 στο Μπέλες καί ή πρωτοβουλία τού κινήματος ανελήφθη από άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς, πού οι περισσότεροι ήταν σλαβόφωνοι.

Σ’ αυτή τή φάση διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι εξής Έλληνες σλαβόφωνοι ηγέτες:
- Τάκης Νάτσιος ή Περήφανος. Όπως αναφέραμε ήταν υπαρχηγός τού Μπρούφα. Στις 15-8-1896, ό Τάκης, ό επίσης σλαβόφωνος υπαρχηγός από τό Μεγάροβο Κωνσταντίνος Γκούντας κ.α. μαζεύθηκαν στο Μοναστήρι τής Παναγιάς τής Στρώμνιτσας κοντά στο χωριό Λουμπόϊνο (πού σήμερα βρίσκεται στη νότια Γιουγκοσλαβία) κι από εκεί έστειλαν προκήρυξη προς τούς κατοίκους τής Μακεδονίας καί τούς ξένους προξένους εξηγώντας τούς λόγους τής ανάληψης δραστηριότητας. Το ελληνικό στοιχείο είδε με ανακούφιση τις επιτυχίες τού Τάκη στα Κορέστια, αλλά τό σώμα του διαλύθηκε σε μάχη με τούς Τούρκους στο Μπούκοβο τό Σεπτέμβριο τού 1896.

- Γούλας Γκρούτας. Ηγήθηκε αντάρτικου σώματος τό 1896, στο οποίο εντάχθηκε καί τό σώμα τού Καρβελά, πού συνεργαζόταν με τόν Π. Βερβέρα (αδερφό τού Χρίστου Βερβέρα πού ήταν υπαρχηγός ενός σώματος με αρχηγό τόν Μακεδόνα Πλατή, τό οποίο έδρασε στα μέσα Ιουλίου 1896). Ο Γκρούτας έμεινε στην ιστορία σαν τιμωρός τού Αλβανού μπέη τού χωριού Πλέσια (Μελίσσι) Γρεβενών, πού έδειχνε υπέρμετρη σκληρότητα προς τούς Έλληνες. Τό σώμα του συγκρούσθηκε με τούς Τούρκους κοντά στα Ανάβρυτα (Βρέσθενα).

- Ναούμ (ης) Κύρου. Αρνήθηκε νά προσκυνήσει τόν μπέη τού Ζέλοβου (Ανταρτικού) καί με συντρόφους τον επίσης σλαβόφωνο Ζούρκα, τον Τσολάκη κ.ά. εκτέλεσε τον μπέη μαζί με τούς πέντε τουρκαλβανούς σωματοφύλακές του. Την εποχή εκείνη έρχονταν οπλοφόροι κι από την παλιά Ελλάδα, άλλοτε “κλέφτες”, άλλοτε ληστές ή και τα δύο. 0 Ναούμης διατηρούσε στενές σχέσεις μαζί τους. Ορισμένες φορές δρούσε μαζί τους κι άλλες χωριστά. Αυτοί, τον χειμώνα έφευγαν, όπως τά χελιδόνια. Ο Ναούμης ήταν ριζωμένος στον τόπο του. Επί χρόνια γύριζε στα βουνά πολεμώντας τούς Τούρκους. Ο Αμπεντίν μπέης για νά τόν εκδικηθεί έπιασε δύο συγγενείς του, τον Μαύρο καί τόν Βέϊνο καί τούς κάρφωσε σ’ ένα δένδρο στις Καρυές τής Πρέσπας. Σε μία συμπλοκή κοντά στο Ανταρτικό σκοτώθηκε ό σύντροφός του Τσολάκης καί σ’ ένα μοναστήρι κοντά στην Καστοριά ό Ζούρκας. Δεν άργησε νά έρθει καί ή σειρά του. Προδόθηκε καί οι αγάδες τής Λευκώνας τού έκοψαν τό κεφάλι καί τό γύριζαν καρφωμένο σ’ ένα ξύλο θριαμβευτικά στην Καστοριά καί στα γύρω χωριά.

- Ναούμης Κωνσταντινίδης. Καταγόταν από την Ιεροπηγή (Κωστενέτσι). Γενναίος οπλαρχηγός έγινε ό φόβος καί ό τρόμος των Τούρκων στην περιοχή των Κορεστίων. Μία πράξη του δημιούργησε θρύλο γύρω από τό όνομά του. Μία βραδιά ραμαζανιού τού 1880 μπήκε μέσα στη Φλώρινα καί απήγαγε τόν Τούρκο καϊμακάμη (έπαρχο).

- Ναούμ Σπανός- Απίκραντος. Όπως αναφέραμε και παραπάνω ήταν τρίγλωσσος (ελληνόφωνος, σλαβόφωνος, βλαχόφωνος) και έδρασε και στις παραμονές τού πολέμου τού 1897 (μετέχοντας στο σώμα των Γ. Καψαλόπουλου και Αλ. Μυλωνά μαζί με άλλους Μακεδόνες οπλαρχηγούς όπως Νταβέλης, Αλαμάνας, Βαρζής, Ι. Τσάμης κ.α.) όσο καί στον (κυρίως) Μακεδονικό Αγώνα.

Ο ίδιος αφηγήθηκε τή ζωή του στον Χαρ. Γ. Σακελλαριάδη καί ή Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών εξέδωσε την αφήγησή του αυτή ώς Απομνημονεύματα, τό 1957. Περίληψη των Αναμνήσεων του δίνει ό Χαρ. Σακελλαριάδης με τά εξής:

“Γεννήθηκε, όπως τό λέει καί στις αναμνήσεις του, στη Χρούπιστα (τώρα Άργος Ορεστικό), τή γνωστή κωμόπολη της Μακεδονίας, πού οι κάτοικοί της καί πριν από πολλά χρόνια ήσαν βλαχόφωνοι, αλλά πάντοτε με συνείδηση ελληνική. Στην επανάσταση του 1821 τό χωριό του ξεσηκώθηκε κι αυτό με αρχηγό τόν καπετάν Βαγγέλη Σπανό, αδερφό του παππού του, πού σκοτώθηκε τότε από τούς Τούρκους. Έγινε κατόπιν καπετάνιος ό δεύτερος αδερφός του, ό Σέργιος, καί μετά τό θανάτωμα κι αυτού πήρε την αργία ή αδερφή τους Μαρία, ή Σπανομαρία, καθώς τή λέγανε καί τότε. Κατόπιν μάλιστα όλη ή οικογένεια ονομάστηκε από τούτη Σπανομαρία, από το παρανόμι πού της βγάλαν. Πολύ κατόπιν ό καπετάν Ναούμ ξαναπήρε τό πρώτο οικογενειακό του όνομα, Σπανός. Τόν παππού του, οχτάχρονο παιδάκι ακόμη, στην επανάσταση του 1821 τόν πήγαν από τή Χρούπιστα σε κάτι συγγενείς τους στη Νιγρίτα, για νά τόν προφυλάξουν. Ξαναγύρισε στο χωριό με τό τέλος της επανάστασης, κι όταν μεγάλωσε, έγινε ράφτης καί τούτος, γιατί όλη τους ή οικογένεια για επάγγελμα είχε τή ραφτική. Ράφτη ς ήταν καί ό ίδιος ό καπετάν Ναούμ, καί πρώτος μάλιστα στο χωριό του άρχισε αυτός νά ράβη παντελόνια, γιατί ώς τό τότε φορούσαν εκεί αντεριά. Νέος πολύ ακόμα, επειδή σκότωσε κάποιο Τούρκο, επήρε τότε τά βουνά κι έκανε δικό του σώμα αντάρτικο. Μπορούμε νά τόν λογαριάσουμε λοιπόν από τούς πρώτους μακεδονομάχους. ό περίφημος καπετάν Κώττας, πού τά παιδιά του ό Σπανός ύστερ’ από τόσες περιπέτειες -μας τις περιγράφει στις αναμνήσεις του- κατάφερε νά τα φέρη στην Αθήνα άρχισε νά χτυπιέται με τούς Τούρκους μετά τό 1897. Ήταν άλλωστε οικογενειακή παράδοση ό ολόθερμος πόθος για τό ξελευθέρωμα της πατρίδας του. Κι ό μεγαλύτερος αδερφός του, ό αρχιμανδρίτης στη Χρούπιστα παπα-Γιαννάκης, κρατούσε μυστική αλληλογραφία με τ’ ανταρτικά σώματα καί τούς έστελνε κάπες καί κόλτσες, πού τις πλέκανε οι γυναίκες. Γι’ αυτό τό λόγο φυλακίστηκε από τούς Τούρκους στα Βιτώλια.

Οι αναμνήσεις του καπετάν Ναούμ είναι, νομίζω, ενδιαφέρουσες πολύ, γιατί τώρα μ’ αυτές έρχονται στο φως τόσες άγνωστες λεπτομέρειες από πλήθος γεγονότα του Μακεδονικού αγώνα, καί πριν αρχίσει ακόμα συστηματικά ή ένοπλη αντίσταση εναντίον των Βουλγάρων, πράμα πού έγινε μόλις τό 1902. Υστερ’ από κάθε αξιοπρόσεχτο περιστατικό, κίνδυνο, περιπέτεια ή μάχη, όπου ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία -για τούτο ακριβώς τόν ονομάσαν καπετάν Απίκραντο- κρατούσε σημειώσεις καί τις φύλαγε στης κάπας του τό μανίκι. Αυτές χρησιμοποίησε κατόπι για νά υπαγορεύση τ’ απομνημονεύματά του στον λόγιο φίλο του Νικόλαο Σαχίνη κι αυτός τάγραψε σε καθαρεύουσα. Έτυχε νά χάση μερικές, μα τά κενά τά συμπλήρωσε άπ’ όσα θυμόταν. Έχει όμως παραλείψει πολλά, καθώς μούχε πει, άπ’ όσα είχε καταφέρει τότε, όπως λ.χ. πώς θανάτωσε μέσα στα Βιτώλια τόν πρόεδρο του βουλγαρικού κομιτάτου Χρηστώφ, πώς πέτυχε κατόπι νά κρυφτή σ’ ένα βλαχόφωνο εκεί κοντά χωριό και νά γυρίση έπειτα για τό παλιά του λημέρια. Οπωσδήποτε αντίθετα με τ’ απομνημονεύματα μερικών άλλων αγωνιστών, οι αναμνήσεις αυτές μακριά από κάθε προσωπική φιλοδοξία ή τοπικιστικά συμφέροντα είναι, νομίζω, γραμμένες μ’ αυθόρμητη ειλικρίνεια, χωρίς καμμιά προσπάθεια νά σκοτιστή ή αλήθεια καί χωρίς ακόμα υπερβολές, τις τόσο πολύ συνηθισμένες σε τέτοιας λογής ενθυμίσεις. Από ένα έλεγχο τουλάχιστο, πού κάναμε, βρίσκουμε πώς σωστά είναι γραμμένα τά σχετικό με τά παιδιά του Κώττα καί την ύπαρξη βουλγαρικού κομιτάτου στην Αθήνα εκείνη την εποχή.

Περιορίζονται όμως αυτές ώς τόν Ιανουάριο του 1905, την εποχή δηλ. πού αναγκάστηκε νά παρατήση τόν αγώνα, αφού ήρθε σ’ αντίθεση σοβαρή με τόν καπετάν Βάρδα. Ήρθε τότε κ’ έμεινε στον Πειραιά καί κατόπι στην Αθήνα. Ξανάπιασε την παλιά του δουλειά, τή ραφτική· μα πάντοτε, όσο τούταν βολετό, πρόσφερε τις υπηρεσίες του για τή Μακεδονία. Το 1907 έγινε πρόεδρος του “Παμμακεδονικού αγώνος Πειραιώς” καί τό 1916-1917 σύμβουλος καί ταμίας του “Παμμακεδονικού αγώνος Αθηνών’’. Αυτόν τό σύλλογο είχαν ιδρύσει Μακεδόνες διαλεχτοί, όπως ό κατόπιν υπουργός της Παιδείας Δ. Δίγκας, οι Καστοριανοί Ιω. Βαλαλάς, πολιτευτής - έγινε ύστερα υπουργός της Παιδείας καί τούτος- καί Κωνστ. Τσιμινάκης, ό γνωστός γιατρό ς νευρολόγος, καί ό Αναστ. Χρηστομάνος, που κρατούσε από παλιά βυζαντινή οικογένεια του Μελένικου. Καθώς είναι γνωστό, ό τελευταίος ίδρυσε τό 1925 τή Μακεδονική Εκπαιδευτική Εταιρεία, τή βραβευμένη από την Ακαδημία των Αθηνών, με σκοπό τή δημιουργία νυκτερινών σχολείων καθώς κι άλλων σχολών σε πολλές περιφέρειες της Μακεδονίας. Με συγκίνηση πάντοτε τούς αναθυμόταν, καθώς κι άλλους αρκετούς, πού τόσο μόχτησαν για τό ξεσκλάβωμα της πατρίδας του, όπως τούς Στέφανο καί Ίωνα Δραγούμη, τόν Κωνστ. Μελά, τόν Ίω. Ράλλη, τόν διευθυντή του “Εμπρός” Δημ. Καλαποθάκη καί τόν έμπορο !ω. Αηδονόπουλο. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα έκαναν κι έξοδα πολλά για νά πετύχη ό σκοπός τους. Πάνω απ’ όλους όμως ξόδεψε μ’ απλοχεριά η οικογένεια Δραγούμη.

Από τό 1931 ό Ναούμ Σπανός έμενε στη Νέα Σμύρνη, όπου έκανε καί δημοτικός σύμβουλος στο 1934-1951. Όσοι τόν θυμούνται από παλιότερα χρόνια, όλοι τους μιλάνε για τον έντιμο οικογενειακό του βίο, την εμπορική του αξιοσύνη, την πονετική του φύση, μα καί για τό κουράγιο του καί τή λεβεντιά του· πρώτος όταν στους ελληνικούς χορούς καί στο κλέφτικο τραγούδι. Τά τελευταία χρόνια της τόσο μεστής ζωής του (πέθανε στις 31 Ιουλίου του 1955) τό πέρασε αποτραβηγμένος σε τούτο τό προάστειο, πού τό ακριβαγαπούσε σα δεύτερή του πατρίδα- για την ίδρυση καί προκοπή του χάρισε οικόπεδο από δέκα στρέμματα, με κάποιαν άνεση ευτυχώς οικονομική, μέσα σε ζεστασιά οικογενειακής ευλογίας. Στοχαστικά καί ολόψυχα παραδομένος πια σ’ αναθυμίσματα παλιά, έστεκε πάντα με τ’ όνειρο νά έρθουν στο φως της δημοσιότητας αυτές του οι αναμνήσεις, πού βγάζοντάς τες τώρα από την μία λήθη έχουμε την ελπίδα πώς δεν τις ξαναρίχνουμε σε μιαν άλλη”.

Χαρακτηριστική είναι ή περικοπή των Αναμνήσεων του Ν. Σπανού πού περιγράφει πώς ανακάλυψε δραστηριότητα του βουλγαρικού κομιτάτου μέσα στην ίδια την Αθήνα!!!
Εις Αθήνας ήλθαν ακριβώς 3 Οκτωβρίου 1899 καί εφρόντιζα δι’ εργασίαν. Οκτωβρίου 26 με αντάμωσεν ό Απόστολος Περόφσκης, με χαιρετά “Καλώς τόν καπετάνιο, μου λέγει. Μάς έβγαλες ασπροπρόσωπους τούς Μακεδόνας”. Αυτό ήτο κόλπο του.

Μου λέγει ‘’Καπετάν Ναούμ, ελευθερία νά μην περιμένωμεν ούτε από τούς Βουλγάρους. Μόνον εμείς οι Μακεδόνες νά αγωνισθώμεν διά την Μακεδονίαν μας”. “Μάλιστα ήλθε ή ώρα” αμέσως του είπα. “Μπράβο, πολύ ώρα τά λες”. κάτι όμως είχα υποπτευθή. Έλαβε θάρρος όμως καί μου λέγει ότι “Άρχισαν οι Μακεδόνες νά ετοιμάζωνται. μάλιστα εδώ είναι κομιτάτον από Μακεδόνας καί στην Ρουμανίαν, Σερβίαν καί Βουλγαρίαν, θα ετοιμασθώμεν όλοι οι Μακεδόνες και θα δράσωμεν στην Μακεδονίαν, πρέπει νά εγγραφώμεν όλοι στο κομιτάτο”. Αμέσως εδέχθην εγώ και μου λέγει: “Συ ως καπετάνιος θα παίρνης 15 εικοσόφραγκα τον μήνα και μάλιστα να φύγης να μένης ή εις την Σερβίαν ή εις την Βάρναν της Βουλγαρίας, ώς πού νά ετοιμασθη το κομιτάτον εν έτος ή δύο καί δράσωμεν όλοι οι Μακεδόνες από όλα τα μέρη μαζί’’.

Του είπα “Που θα βρούμε το κομιτάτον;” Μου λέγει πώς πρόεδρος του κομιτάτου εντός των Αθηνών είναι ένας από τον Περλεπέν της Μακεδονίας, είναι πρόεδρος του βουλγαρικού πρακτορείου. Τότε οι Βούλγαροι δεν είχον προξενείον αλλά πρακτορείο. Αμέσως του είπα “Πάμε”. Κινήσαμε, στην οδόν Αχαρνών ήτο το πρακτορείο. Μόλις φθάσαμε εκεί εμπήκαμε μέσα και με αφήνει στη σκάλα κάτω καί ανέβηκε αυτός. Μόλις παρουσιάστηκε, λέγει εις τούς συναθροισθέντας, οίτινες όλοι ήσαν χτίσται, σοβατζήδες και εργολάβοι, άπαντες εκ της επαρχίας Καστοριάς. “Έπεισα τον βλάχο τον καπετάν Ναούμ καί τόν έφερα, τόν έχω κάτω”. Τότε κάποιος Χρήστος Μαρκουλής από το χωρίον Κοναστανέτσι Καστοριάς του λέγει βουλγαρικά “βρε ζμίατα σε κλάβα να ποζούλατα” δηλ. “τό φείδι μπαίνει στον κόρφο, θα σε δαγκώση παρ’ τόν καί φύγε γλήγορα”. Εγώ τα άκουσα όλα. Κατεβαίνει κάτω καί μας λέγει πώς δεν είναι ό πράκτωρ εδώ, το απόγευμα ερχόμεθα. “Ας είναι, του λέγω, ερχόμεθα το απόγευμα”. Εμένα μου μπήκαν οι ψύλλοι στα αυτιά. Εβγήκαμε έξω 80 μέτρα μακρυά και του λέγω.· “Το απόγευμα θα ανταμωθούμε’’ λέγω δε ότι θα υπάγω στην οδόν Αχαρνών αριθμ. 92 εις τον προϊστάμενόν μου Κοντονικολάου Γεώργιον. Μόλις χωρίσαμε, έστριψα και γύρισα πίσω. Απέναντι του πρακτορείου ήταν μία ταβερνίτσα μικρή, εμπήκα μέσα, εζήτησα δύο συκωτάκια και μία πεντάρα ψωμί και πέντε κρασί εκάθησα σιγά-σιγά από το παραθυράκι και έβλεπα την πόρτα του πρακτορείου. Ακριβώς 12 και 20 μεσημέρι, ήτον ημέρα του Αγίου Δημητρίου, είδαν να βγαίνουν δέκα πέντε, τούς οποίους εγνώριζα, διότι τούς έβλεπα τακτικά στο καφενείο των κτιστάδων εις το Βαρβάκειον. Έγραψα τα ονόματά τους και μετά δέκα λεπτά βγήκαν άλλοι δέκα εννέα, των οποίων επίσης έγραψα τα ονόματά των και αυτών. Την άλλην ημέραν, του Αγίου Νέστορος, ώρα 10 επήγα εις τον κ. Στέφανον Δραγούμην, του τα είπα όλα όσα συνέβησαν και ό κ. Δραγούμης με έστειλεν εις τον κ. Πανάν γραμματέα του υπουργείου των εξωτερικών.

Του είπα τα καθέκαστα. Μου λέγει να φροντίσω να ανακαλύψω και άλλα πράγματα. Τότε αμέσως εγώ ήρχισα τη δουλειά μου. Έκαμα μία παρέα από ενθουσιώδεις πατριώτας: τον Ιωάννην Κεφαλάν, Χρήστον Ζησιάδην, Θεόδωρον Θεοδωράκον εκ Μάνης και Γκάγκαν και ήρχισα μυστικά να ανακαλύπτω πολλά μυστικά των κομιτατζήδων, τα οποία έκαμα γνωστά εις τον Δραγούμην και Πανάν. Έμαθα πώς εις την Βάθην, εις την ταβέρναν των αδελφών Λεκαφτσιέφ έφθασαν κομιτατζήδες από την Μακεδονίαν. Επήρα την παρέαν μου μόλις νύκτωσε, επήγα εκεί έβγαλα το πιστόλι και επυροβόλησα και έσπασα την λάμπαν. Αρχίσαμε τις μπιστολιές και εκτυπηθήκανε εξ, οι τέσσερες ήσαν κομιτατζήδες. Από μάς κτυπήθηκεν ό Γκάγκας, με μαχαίρι εις το χέρι και εφύγαμε χωρίς να συλληφθώμεν. Μετά ολίγας ημέρας επήγαμε εις την οδόν Πινακωτών εις το μπακάλικο του Ναούμ Ρούκα, εκεί τον εσπάσαμε εις το ξύλο και το μπακάλικο το εκάμαμε σαλεπιτζήδικο, ώστε ηναγκάσθη να φύγη εις Βουλγαρίαν.

Εν τέλει πολλά άλλα πράγματα εκάμαμε εντός των Αθηνών μέχρι του 1901


Πηγή: Ιωάννης Χολ

Δεν υπάρχουν σχόλια: