Translate

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Τα κέρατα του ταύρου



dieuro
Γράφει η Τίνα Κωνσταντάτου 
Ξαφνικά, λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του '80 η Ευρώπη γέμισε από «σοσιαλιστές». Πολλοί ένιωσαν τότε πως η ελπίδα ξαναγεννήθηκε από τα ηττημένα τους αποκαϊδια.  Κομψοί κύριοι, με το χάρισμα του λόγου, με πικάντικη προσωπική ζωή και τη γοητεία του κοσμοπολίτη, άρχισαν να μοιράζουν αβέρτα προνόμια, υποσχέσεις, συντάξεις και επιδόματα.  Σαν να βρέθηκαν μεμιάς όλοι οι χαμένοι θησαυροί που ο Δίας είχε κρύψει μην τυχόν και τους ανακαλύψει η γκόμενά του, η Ευρώπη –είπαμε: να πηδήξουμε θέλουμε, όχι να μας πάρουν και τα σώβρακα...

Οι λαοί άρχισαν να λικνίζονται στους ρυθμούς των εθνικών τους σκυλάδικων που αναβαθμίστηκαν σε "cult" δημιουργίες. Τα «τούβλα» στα πορτοφόλια έγιναν ένα μικρό πλαστικοποιημένο μαγικό καρτάκι που άνοιγε τις πύλες του Παραδείσου. Αγόραζες ό,τι ποθούσες και πλήρωνες με κάρτα. Έπειτα, έβγαζες μια νέα κάρτα για να ξεπληρώσεις την προηγούμενη και πάει λέγοντας...
Φυσικά, οι γοητευτικοί κύριοι με το χάρισμα του λόγου και την πικάντικη προσωπική ζωή, σπάνια πλήρωναν και πάντα πληρώνονταν τοις μετρητοίς, στηρίζοντας την καημένη Ελβετία που, ε, μόνο με τις σοκολάτες και τα  ρολόγια, πού να σταθεί στα πόδια της!
Ορδές καταπιεσμένων πολιτών νόμισαν πως έπιασαν τον ταύρο από τα κέρατα! Δεν είχαν ακόμα καταλάβει πως είχαν πιάσει κάτι άλλο, πολύ πιο μαλακό αν και πολύ χρήσιμο στη διαιώνιση του είδους –και των ταύρων.
Έγιναν όλοι «οι ίδιοι». Ο περιπτεράς-χαφιές της χούντας  εξελίχτηκε στον κλητήρα-πρωθυπουργό της κάθε υπηρεσίας, μπροστά στον οποίο στέκονταν όλοι σούζα. Τα προαιρετικά ευχαριστήρια καλάθια με κότες, αυγά και λάδι από το χωριό μετεξελίχθηκαν σε υποχρεωτικά μπιλιετάκια, φακελάκια, δωράκια κ.λπ. Το κύρος του επιστήμονα και του δημόσιου προσώπου από περηφάνεια της μαμάς του έγινε εισιτήριο για την Κόλαση, με ενδιάμεση στάση στον Παράδεισο, ώστε να δουν πόσο φλώροι είναι όσοι κατοικούν εκεί και δεν πιάνουν τον ταύρο πραγματικά από τα κέρατα.
Εντάξει, όλοι μπορούσαν να δεχτούν ένα δωράκι, βρε αδερφέ. Άμα το παράκαναν, όμως, εμφανίζονταν οι γοητευτικοί «σοσιαλιστές» και παρενέβαιναν καίρια, βάζοντας τελικά πλαφόν ακόμα και στο χρηματισμό.
Ταυτόχρονα, όλοι οι δρόμοι γύρω τριγύρω άρχισαν να γλιστρούν. Στην αρχή αδιόρατα και στη συνέχεια όλο και πιο επικίνδυνα. Μας έλεγαν όλοι «καλημέρα» και απορούσαμε, γιατί εμείς νομίζαμε πως πρέπει να πούμε «καλησπέρα», εφόσον ο ήλιος είχε πια δύσει. Μας έλεγαν πως όλα γύρω είναι άσπρα κι εμείς τα βλέπαμε μαύρα –άντε γκρί ανοιχτό..
Οι επιδόσεις μας στις ξένες γλώσσες εκτινάχτηκαν στα ύψη, μα  ξαφνικά ανακαλύψαμε πως είχαμε αρχίσει να μπερδευόμαστε στη μητρική μας γλώσσα. Λέξεις και έννοιες είχαν αρχίσει να χάνουν το νόημα που ξέραμε. Το νόημα  που νομίζαμε πως είχαμε μάθει πολύ καλά, γιατί τις περισσότερες φορές το είχαμε πληρώσει με πολύ αίμα, πολύ κόπο, πολλές θυσίες και πολλά χαστούκια.
Συνειδητοποιήσαμε πως οι μόνοι πια που μας θυμούνται σταθερά είναι οι τράπεζες. Εκεί οι λέξεις ήταν στάνταρ και παρανόηση ουδεμία: Ή πληρώνεις ή την έβαψες.
Όλοι οι μύθοι, αργά ή γρήγορα, καταρρέουν. Ακόμα και εκείνοι που γεννιούνται και μεγαλώνουν διακριτικά, μακριά από τα μάτια των πολλών, αρκεί να γίνεται η δουλειά τους. Να, σαν τους άλλους γοητευτικούς κυρίους με τις μοντέρνες σβάστιγγες που μαζεύουν τα αποφάγια των άλλων γοητευτικών κυρίων, τα πετούν στους πεινασμένους και με τα κέρδη από τις πωλήσεις ζουν μεγαλειωδώς την παράνοιά τους και αφήνουν τα μαγαζιά τους κληρονομιά στις κόρες, τους γιους και τα μικρανήψια τους.
Φυσικά, στη γωνία πάντα παραμένει σεμνά η Εκκλησία, πιστό αποκούμπι του πόνου, του φόβου αλλά και των ασφαλών επενδύσεων.
Επίσης, κάπου εκεί, πάντα τριγυρνούν τα «καλά παιδιά», οι άλλοι γοητευτικοί κύριοι με την ωραία χωρίστρα, την ίσια γραβάτα και την καλά προστατευμένη προσωπική ζωή. Είναι το alter ego των γοητευτικών κυρίων με το χάρισμα του λόγου και την πικάντικη προσωπική ζωή. Κάθονται στον πάγκο μέχρι να έρθει η ώρα της αλλαγής, ώστε να μπορούν πάντα αμφότεροι να ξαποσταίνουν για να τραβήξουν μετά τον ανήφορο (ή κατήφορο) της οικογενειακής τους ιστορίας.
Κι εμείς, παρακολουθώντας τα πληρωμένα ματς των αιωνίων «αντιπάλων», ζητωκραυγάζουμε κι εκτονωνόμαστε στην κερκίδα όταν ο επόπτης δείχνει αλλαγή, ελπίζοντας πως μέχρι το 90΄ θα πείσουμε κάποια στιγμή το διαιτητή να δώσει αποβολή και πέναλτυ. Αμ δε                                             Αναδημοσίευση απο Newstrap

2 σχόλια:

Φοινικας1957 είπε...

αυτοι ηρθαν με υποσχεσεις και μοιραζαν , αλλα απο κει και περα αν εμεις που πηραμε ειχαμε το μετρο και ειμασταν υπευθυνοι , μια χαρα θαμασταν τωρα .
παντα καποιος αλλος πρεπει να φταιει
εμεις δε φταιξαμε ποτε σε τιποτε

aoratos είπε...

ΑΓΑΠΗΤΕ ΦΟΙΝΙΚΑ,ΠΟΙΟΙ ΕΦΤΑΙΞΑΝ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΟΦΘΑΛΜΟΦΑΝΕΣ.ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΠΟΥΔΑΖΑΝ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.ΑΛΛΑ ΤΙ ΝΑ ΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΣΟ ΑΧΡΗΣΤΕΣ ΗΤΑΝ ΟΙ ΓΕΝΙΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1940,ΟΥΤΕ ΣΕ ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ.