Η Χαψάμανα (Γκιόλκιοϊ) του Πόντου – 200 ελληνικές οικογένειες ζούσαν στο χωριό μέχρι το 1920
Τα ερείπια από το Κάστρο στη Χαψάμανα του Πόντου. Τα τείχη του έχουν σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί (πηγή: kulturportali.gov.tr)
Η Χαψάμανα της αρχαιότητας, το σημερινό Γκιόλκιοϊ, βρίσκεται σε μια ορεινή και κατάφυτη περιοχή του νομού Κοτυώρων (Ορντού) στον Πόντο. Πρόκειται για έναν τόπο με ιδιαίτερη φυσική ομορφιά, όπου μέχρι το 1923 υπήρχαν ακμαία ελληνικά χωριά, φορείς μιας μακραίωνης παρουσίας και παράδοσης. Το φυσικό περιβάλλον, η καθαρή ατμόσφαιρα και η παραδοσιακή διατροφή συνέβαλαν ώστε οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής να συγκαταλέγονται στους μακροβιότερους της χώρας.
Στο χωριό ζούσαν περίπου 200 ελληνικές ελληνόφωνες οικογένειες, μέχρι το 1920.
Η ζωή των κατοίκων ήταν λιτή αλλά οργανωμένη, με κύριες ασχολίες την κτηνοτροφία και την υλοτομία, ενώ η γεωργική παραγωγή παρέμενε περιορισμένη. Η κτηνοτροφία ήταν κυρίως οικόσιτη, αν και ορισμένοι κάτοικοι διατηρούσαν μεγάλα κοπάδια από αγελάδες, πρόβατα και γίδια.
Τα σπίτια του χωριού ήταν συνήθως διώροφα: λιθόκτιστα μέχρι τον πρώτο όροφο και ξυλόκτιστα στο επάνω μέρος. Στο κέντρο της κοινότητας δέσποζε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ενώ εκκλησιαστικά το Γκιόλκιοϊ υπαγόταν στη Μητρόπολη Νεοκαισάρειας.
Ιδιαίτερη σημασία δινόταν και στην παιδεία, καθώς λειτουργούσε ελληνικό δημοτικό σχολείο με δύο δασκάλους και περίπου 100 μαθητές.
Η μετανάστευση δεν ήταν κάτι άγνωστο στην περιοχή. Πολλοί ντόπιοι αναζητούσαν καλύτερη τύχη στη Ρωσία, όπου εργάζονταν ως εργολάβοι, τεχνίτες ή έκαναν γενικές εργασίες. Άλλοι προτιμούσαν τα Κοτύωρα, τη Σεβάστεια και την Κωνσταντινούπολη όπου ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο. Ωστόσο όπου και να βρίσκονταν διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τον τόπο τους.
Οι πρώτοι πρόσφυγες από το Γκιόλκιοϊ έφτασαν στην Ελλάδα στα τέλη του 1920 μέσω Ρωσίας και εγκαταστάθηκαν στο Λάκκωμα Χαλκιδικής –αρχικά τέσσερις οικογένειες. Όσοι δεν είχαν προλάβει να φύγουν, εξορίστηκαν το 1921 από τις τουρκικές Αρχές μαζί με άλλους Έλληνες των γύρω χωριών.
Η πορεία της εξορίας υπήρξε μαρτυρική. Βαδίζοντας επί δύο μήνες μέσα στον βαρύ χειμώνα, πολλοί χάθηκαν καθ’ οδόν. Οι επιζώντες έφτασαν στο Ντιγιάρμπακιρ, όπου παρέμειναν έως το τέλος του 1922. Από εκεί, με τη μεσολάβηση αντιπροσώπων της Κοινωνίας των Εθνών, μεταφέρθηκαν μέσω Ούρφας (αρχαίας Έδεσσας) στο Χαλέπι, τη Βηρυτό και στη συνέχεια στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασαν στα μέσα του 1923.
Από αυτούς, δέκα προσφυγικές οικογένειες του Γκιόλκιοϊ εγκαταστάθηκαν στο Λάκκωμα, όμως τελικά μόνο δύο οικογένειες παρέμειναν εκεί μόνιμα. Όπως σημειώνει ο Σάββας Καλεντερίδης στον ταξιδιωτικό οδηγό Ανατολικός Πόντος – Κοτύωρα, Κερασούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη, Καρς «Μερικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν επίσης στα Πλατανάκια και στην Καστανούσα Σερρών, τον Άγιο Αντώνιο».
Σήμερα η Χαψάμανα –το άλλοτε ζωντανό ελληνικό χωριό– είναι μια συνηθισμένη πόλη χωρίς κάποιο ιδιαίτερο αξιοθέατο, εκτός του αγιάσματος του Αγίου Γεωργίου που πρέπει να ρωτήσεις για να το βρεις και τα ερείπια του Κάστρου στη συνοικία Καλέ. Τα τείχη του Κάστρου έχουν σε μεγάλο βαθμο καταστραφεί ενώ αριστερά της εισόδου σωζόταν το παρατηρητήριο.
Τα ίχνη των Ελλήνων του Πόντου είναι ακόμα εκεί…

Σχόλια