Translate

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Η μάχη του Σομμ 1 Ιουλίου 1916 "1.000.000" νεκρoi

Cheshire Regiment sentry, Somme, 1916
Άνδρες του 11ου Τάγματος του Συντάγματος Τσέσαϊρ,
κοντά στο La Boisselle, Ιούλιος 1916
Στρατιώτες της Νέας Γης σε χαράκωμα τροφοδοσίας, στις 1 Ιουλίου 1916.

Στρατιώτες της Νέας Γης σε χαράκωμα τροφοδοσίας, στις 1 Ιουλίου 1916.              
Έκρηξη μιας νάρκης, 7:20 το απόγευμα της 1ης Ιουλίου του 1916.
Έκρηξη μιας νάρκης, 7:20 το απόγευμα της 1ης Ιουλίου του 1916.

Η Μάχη του Σομμ που έγινε το 1916, ήταν μια από τις πιο ολέθριες μάχες του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Με περισσότερα από ένα εκατομμύριο θύματα ήταν και μια από τις πιο αιματηρές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία. Οι συμμαχικές δυνάμεις προσπάθησαν να περάσουν μέσα από το γερμανικό μέτωπο κατά μήκος μιας εκτάσεως 40 χλμ. βόρεια και νότια του ποταμού Σομμ στη βόρεια Γαλλία. Ένας από τους στόχους της μάχης ήταν να αποσπάσουν τις γερμανικές δυνάμεις από τη μάχη του Βερντέν. Στο τέλος της μάχης, οι απώλειες στον Σομμ ήταν μεγαλύτερες εκείνων του Βερντέν. Την πρώτη ημέρα της μάχης, την 1η Ιουλίου 1916, ο βρετανικός στρατός θρήνησε 57.470 θύματα, συμπεριλαμβανομένων 19.240 νεκρών. Η 1η Ιουλίου ήταν η πιο αιματηρή ημέρα στην ιστορία του βρετανικού στρατού. Τις ίδιες και παρόμοιες απώλειες είχαν όμως και οι άλλοι στρατοί. Ένας γερμανικός ανώτερος υπάλληλος (ο Captain φον Χέντινγκ) περιέγραψε την ημέρα αυτή ως τον »λασπώδη τάφο του γερμανικού πεζικού». Ο βρετανικός ιστορικός Σερ Τζέιμς Έντμοντς δήλωσε: "Δεν είναι υπερβολή αν υποστηρίξουμε ότι τα θεμέλια της τελικής νίκης στο δυτικό μέτωπο τέθηκαν με την μάχη του Σομμ το 1916." Για πρώτη φορά, ο Βρετανικός πληθυσμός γνώρισε την φρίκη του πολέμου με την προβολή της προπαγανδιστικής ταινίας The Battle of the Somme, η οποία περιείχε αυθεντικές σκηνές γυρισμένες τις πρώτες ημέρες στο πεδίο της μάχης.

Προοίμιο

Η μάχη του Σομμ ήταν μια ολέθρια μάχη και για τις δύο πλευρές, δεδομένου ότι και οι δύο από τις συμμαχικές δυνάμεις έχασαν πολλούς στρατιώτες. Η συμμαχική πολεμική στρατηγική του 1916 διατυπώθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος στην διάσκεψη του Chantilly, μεταξύ της 6ης και της 8ης Δεκεμβρίου του 1915. Αποφασίστηκε ότι το επόμενο έτος θα γίνονταν ταυτόχρονες επιθέσεις. Οι Ρώσσοι θα κάναν επίθεση στο ανατολικό μέτωπο, οι Ιταλοί στις Άλπεις και οι Άγγλοι με τους Γάλλους στο δυτικό μέτωπο. Με αυτόν τον τρόπο θα εξουθένωναν τις Γερμανικές δυνάμεις σε όλα τα μέτωπα. Στα τέλη Δεκεμβρίου 1915, ο στρατηγός Σερ Ντάγκλας Χαιγκ είχε αντικαταστήσει τον στρατηγό Σερ Τζων Φρεντς που είχε την θέση Commander-in-Chief των British Expeditionary Force δυνάμεων (BEF).
Ο Χαιγκ προτιμούσε μια επίθεση των Βρετανών στο έδαφος της Φλαμανδίας, επειδή ήταν κοντά στις γραμμές του ανεφοδιασμού του BEF μέσω του καναλιού της Μάγχης και είχε για στρατηγικό στόχο τους Γερμανούς από την ακτή της Βόρειας Θάλασσας του Βελγίου, από την οποία τα υποβρύχια των Γερμανών απειλούσαν την Μεγάλη Βρετανία.
Εντούτοις, αν και δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη επίσημη ρύθμιση, οι Βρετανοί ήταν ντε φάκτο ο ελάσσων συνεργάτης στο δυτικό μέτωπο και έπρεπε να συμμορφωθούν με τη πολιτική της Γαλλίας. Τον Ιανουάριο του 1916 ο γαλλικός διοικητής, ο στρατηγός Ζοζέφ Ζόφρε, συμφώνησε με το BEF να κάνουν επίθεση στη Φλαμανδία, και κατόπιν περαιτέρω συζητήσεων το Φεβρουάριο, πήραν την απόφαση να συντονίσουν τις Γαλλικές και τις Βρετανικές δυνάμεις κάνοντας ταυτόχρονη επίθεση βόρεια και νότια της πόλης Πικαρντί στον ποταμό Σομμ.
Τα σχέδια για την κοινή επίθεση είχαν μόλις αρχίσει να παίρνουν μορφή όταν στις 21 Φεβρουαρίου 1916 ξέσπασε η επίθεση των Γερμανών στο Βερντέν. Οι Γάλλοι που αναγκάστηκαν να υπερασπιστούν το Βερντέν δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν στη μάχη του Σομμ, έτσι ώστε το βάρος της μάχης έπεσε στους Βρετανούς. Η Γαλλία παραχώρης τρία Σώματα για την έναρξη της επίθεσης (το 10ο Σώμα, το 1ο αποικιακό, και το 35ο Σώμα του 6ου στρατού).[3] Ενώ μαινόταν η μάχη του Βερντέν, ο στόχος της επίθεσης στον Σομμ άλλαξε. Αντί για ένα αποφασιστικό χτύπημα ενάντια στη Γερμανία, έγινε τώρα απλός αντιπερισπασμός για την ανακούφιση της πίεσης στο γαλλικό μέτωπο.[4] Εκτός αυτού υπήρχε διαφορά απόψεων μεταξύ του Χαιγκ και του ανώτερου τοπικού διοικητή του, του General Σερ Χένρι Ρόουλινζον, του 4ου βρετανικού στρατού GOC, ο οποίος προτιμούσε την τακτική "bite and hold" (»χτύπα και μείνε!«) αντί για την τακτική του Χαιγκ που ήταν τύπου "decisive battle" (»αποφασιστική μάχη«).[5]
Ο τακτικός στρατός της Μεγάλης Βρετανίας που κατά την έναρξη του πολέμου είχε ισχύ έξι τμήματα, ήταν στο μεταξύ κυριολεκτικά αποδεκατισμένος από τις μάχες του 1914 και του 1915. Οι περισσότεροι στρατιώτες τώρα ήταν εθελοντές του Territorial Force και του Λόρδου Κιτσενερ, που είχαν αρχίσει να συγκροτούνται από τον Αύγουστο του 1914. Επειδή όμως υπήρχε μεγάλη έλλειψη από αξιωματικούς για τις εκδόσεις εντολών, γινόντουσαν πολλές προαγωγές χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ικανότητες, με αποτέλεσμα να μειώνεται γενικά η ποιότητα των στρατευμάτων, και να υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των στρατιωτών στους διοικητές,[6] πράγμα που ίσχυε ιδιαίτερα για τον Ρόουλινζον.

Η πρώτη μέρα της μάχης

Της μάχης προηγήθηκαν 5 ημέρες και νύχτες ανελέητου βομβαρδισμού, στον οποίο το Βρετανικό βαρύ πυροβολικό πυροδότησε πάνω από 1,7 εκατομμύρια βλήματα. Την τρίτη ημέρα των βομβαρδισμών, τα αναγνωριστικά αεροπλάνα των Βρετανών ανακοίνωσαν την πλήρη καταστροφή των γερμανικών χαρακωμάτων. Δεκαεπτά νάρκες είχαν τοποθετηθεί επίσης σε σήραγγες κάτω από τα γερμανικά χαρακώματα της πρώτης γραμμής. Οι τρεις μεγαλύτερες σήραγγες περιείχαν περίπου 19 τόνους εκρηκτικά η κάθε μια.
Η επίθεση θα γινόταν από 13 βρετανικά τμήματα (11 από τον τέταρτο στρατό και δύο από τον τρίτο στρατό) βόρεια του ποταμού Σομμ και 11 τμήματα του έκτου γαλλικού στρατού από τα νότια του ποταμού. Από την άλλη μεριά ήταν αντιταγμένος ο δεύτερος Γερμανικός Στρατός του Στρατηγού Φριτς φον Μπίλο.
Η ώρα μηδέν είχε καθοριστεί για τις 7:30 π.μ. της 1ης Ιουλίου του 1916. Δέκα λεπτά πιο πριν, ένας αξιωματικός πυροδότησε την νάρκη κάτω από το χαράκωμα Hawthorn Ridge Redoubt, για άγνωστο λόγο. Στις 7:28 π.μ. οι υπόλοιπες νάρκες απομακρύνθηκαν εκτός από μία που ήταν στο Kasino Point, επειδή είχαν αργήσει). Όταν έφτασε η ώρα μηδέν έγινε απόλυτη σιωπή καθώς το πυροβολικό μετατόπιζε το στόχο του. Ο Corporal Darcy S. Hodgson ήταν από τους πρώτους που όρμησε προς το πεδίο της μάχης καβάλα στο άλογο. Κατόπιν, ο ποιητής John Masefield θα γράψει:
»...the hand of time rested on the half-hour mark, and all along that old front line of the English there came a whistling and a crying. The men of the first wave climbed up the parapets, in tumult, darkness, and the presence of death, and having done with all pleasant things, advanced across No Man's Land to begin the Battle of the Somme.«
John Masefield, The Old Front Line, 1917
Το πεζικό φορτωμένο με εξοπλισμό βάρους 32 κιλών άρχισε να βγαίνει από τα χαρακώματα και να πεζοπορεί σε ακανόνιστη διάταξη μέσα από το no man's land με κατεύθυνση τα γερμανικά χαρακώματα. Οι Βρετανοί πίστευαν ότι με τον ανελέητο βομβαρδισμό θα είχαν κατατροπώσει αν όχι εξολοθρεύσει τους Γερμανούς στα χαρακώματα. [7]
Άλλοι είχαν σερθεί ακόμα πιο πριν μέσα από το no man's land μέχρι τα γερμανικά χαρακώματα και περίμεναν να πάψει ο βομβαρδισμός. Παρά τον βαρύ βομβαρδισμό, πολλοί από τους Γερμανούς είχαν επιζήσει, και μόλις έπαψε ο βομβαρδισμός άρχισαν να υπερασπίζονται τα χαρακώματα κάνοντας σοβαρότατες ζημιές στους Βρετανούς. Οι Γερμανοί ήταν μέσα στα χαρακώματα, ενώ οι Βρετανοί τους επιτίθονταν πεζοί και οπλισμένοι, αλλά χωρίς καμία θωράκιση. Από τα 1.437 βρετανικά πυροβόλα όπλα, μόνο 467 ήταν βαριά, και μόλις 34 ήταν 234mm ή βαρύτερα. Η μάχη που ακολούθησε ήταν μια κόλαση πυρός, όπου και οι δυο μεριές αλληλοεξολοθρεύονταν απεγνωσμένα και με τρομερό πείσμα είτε από μακρυά με το πυροβολικό, είτε από μια μέση απόσταση με κάθε είδους όπλα (πολυβόλα, ντουφέκια, βόμβες, χειροβομβίδες), είτε από πολύ κοντά, σώμα με σώμα, με ξιφολόγχες, χειροβομβίδες και πυροβόλα όπλα.
Το σχέδιο επίθεσης του Βρετανικού πεζικού για την 1 Ιουλίου. Επιτυχία είχαν μόνο τα τμήματα νότια του Mametz και Montauban και των Γαλλικών δυνάμεων.

Το σχέδιο επίθεσης του Βρετανικού πεζικού για την 1 Ιουλίου. Επιτυχία είχαν μόνο τα τμήματα νότια του Mametz και Montauban και των Γαλλικών δυνάμεων.
Βόρεια της «οδού Albert-Bapaume», η εξέλιξη της μάχης ήταν σχεδόν μια πλήρης αποτυχία εξαρχής. Σε κάποια σημεία, οι Βρετανοί κατόρθωσαν να διεισδύσουν στα γερμανικά χαρακώματα που σχημάτιζαν την πρώτη γραμμή, ή ακόμα και στα βοηθητικά χαρακώματα που βρίσκονταν ακριβώς από πίσω. Ήταν όμως πολύ λίγοι και δεν μπόρεσαν να αντέξουν στις γερμανικές αντεπιθέσεις. Εν τέλει οι Γερμανοί βγήκαν στο no man's land και έκαναν αντεπίθεση, αποκλείοντας τους βρετανούς που δεν μπορούσαν όυτε να συνεχίσουν την πορεία, αλλά ούτε και να στείλουν πίσω αγκελειοφόρους.
Οι επικοινωνία ήταν απολύτως ανεπαρκής, και οι διοικητές κατά ένα μεγάλο μέρος ήταν εντελώς ανημέρωτοι περι της εξέλιξης της μάχης. Μια λανθασμένη είδηση περί δήθεν νίκης του 29ου τμήματος στο Beaumont Hamel οδήγησε στην μοιραία διαταγή, να προχωρήσουν οι ρεζέρβες και να μπούν και αυτές μέσα στην μάχη. Το 1ο σύνταγμα από την Νέα Γη δεν μπόρεσε να φτάσει στα χαρακώματα. Το μεγαλύτερο μέρος του τάγματος σκοτώθηκε προτού να φτάσει την πρώτη γραμμή, 91% σκοτωθήκανε, η δεύτερη σοβαρότερη απώλεια ταγμάτων της ημέρας. Οκτακόσιοι ένας από αθτό το τάγμα μπήκαν στον πεδίο μάχης εκείνη η ημέρα, και μόνο 68 ξαναβγήκαν σώοι, ενώ πάνω από 500 πέσαν νεκροί. Σχεδόν μια ολόκληρη γενιά των μελλοντικών αξιωματικών της Νέας Γης σκοτώθηκε. Προς τιμήν τους, το 1ο τάγμα της Νέας Γης ονομάστηκε "το βασιλικό σύνταγμα της Νέας Γης" ("The Royal Newfoundland Regiment") από τον George V.
Η βρετανική έφοδος στην »οδό Albert-Bapaume« ήταν μια σκέτη αποτυχία, παρόλη την έκρηξη των δύο ναρκών στην περιοχή Ovillers-la-Boisselle. Η ιρλανδική ταξιαρχία Tyneside του 34ού τμήματος είχε ξεκινήσει για την επίθεση. Σε απόσταση σχεδόν ένα μίλι από τη γερμανική πρώτη γραμμή και εντελώς ακάλυπτοι πεζοπορούσαν ενώ τα πολυβόλα των των Γερμανών τους θέριζαν κυριολεκτικά.
Στα νότια, τα γαλλικά στρατεύματα είχανε μεγαλύτερη επιτυχία. Το γαλλικό πυροβολικό, που ήταν πιο υπεράριθμο και πιο έμπειρο στη μάχη από τους Εγγλέζους, ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό, επιτυγχάνοντας όλους τους στόχους της πρώτης μέρας, από την πόλη Montauban μέχρι και τον ποταμό Σομμ. Εκτός αυτού, οι Γάλλοι είχαν άλλη νοοτροπία. Ενώ οι Βρετανοί είχαν πάρα πολύ λεπτομερή σχέδια δράσης που έκαναν τους στρατιώτες να μην έχουν καθόλου πρωτοβουλία, οι Γάλλοι είχαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και μπορούσαν να αντιδράν στην εκάστοτε περίπτωση πολύ καλύτερα. Αν και το γαλλικό 20ό Σώμα είχε απλά εφεδρικό ρόλο, η βοήθεια τους στην μάχη ήταν σημαντική. Το 1ο αποικιακό Σώμα βγήκε από τα χαρακώματα στις 9:30 π.μ. για να παραπλανήσει τους Γερμανούς. Η μπλόφα είχε επιτυχία, και μέσα σε λιγότερο από μια ώρα, είχαν καταλάβει τα χωριά Fay, Dompierre και Becquincourt, και είχαν κάνει μια βάση στο οροπέδιο Flaucourt. Ολόκληρη η γερμανική πρώτη γραμμή είχε πέσει στα χέρια των Γάλλων. Στις 11:00 π.μ. η δεύτερη γραμμή - που σχηματίζαν τα χωριά Assevillers, Herbecourt και Feuillères - έπεσε αμέσως χωρίς να χρειαστούν ούτε καν ενισχύσεις. Δεξιά του αποικιακού Σώματος, το 35ο Σώμα επίσης επιτέθηκε στις 9:30 π.μ. αλλά, έχοντας μόνο ένα τμήμα στην πρώτη γραμμή, προχωρούσε με μεγάλη δυσκολία. Εντούτοις, όλοι οι στόχοι της πρώτης ημέρας επιτεύχθηκαν. Τα Γερμανικά χαρακώματα είχαν εντελώς συντριβεί, και ο εχθρός είχε εκπλαγεί εντελώς από την επίθεση. Οι Γάλλοι είχαν προωθήσει 1,5 χλμ και 2 χλμ στα βόρια και νότια αντίστοιχα.
Ένας τραυματίας του στρατού της Νέας Γης μεταφέρεται στο Beaumont Hamel.

Ένας τραυματίας του στρατού της Νέας Γης μεταφέρεται στο Beaumont Hamel.
Μερικά Βρετανο-Ιρλανδικά τμήματα κατόρθωσαν να προχωρήσουν αρκετά. Σε γενικές γραμμές όμως, η πρώτη ημέρα της μάχης του Σομμ ήταν μια σκέτη αποτυχία. Οι Βρετανοί είχαν υποστεί απώλειες 19.240 νεκρούς και 35.493 τραυματίες, 2.152 αγνοούμενους και 585 αιχμαλώτους. Μέσα στα θύματα ήταν και πολλοί αξιωματικοί. Ο ακριβής αριθμός των γερμανικών θυμάτων δεν είναι γνωστός, επειδή οι Γερμανοί μετρούσαν τις απώλειες τους μια στις δέκα μέρες μόνο. Υπολογίζεται όμως ότι οι Γερμανοί υπέστησαν 8.000 θύματα στο βρετανικό μέτωπο, 2.200 των οποίων ήταν αιχμάλωτοι πολέμου. Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των βρετανικών και γερμανικών θυμάτων ήταν στο Ovillers, όπου το 8ο βρετανικό τμήμα υπέστη 5.121 θύματα, ενώ το γερμανικό 180ό σύνταγμα είχε μόνο 280 θύματα.

Οι υπόλοιπες μέρες

Άποψη του πεδίου της μάχης από τον αέρα, όπως την είδε η κάμερα από βρετανικό αερόστατο κοντά στο Bécourt.
Άποψη του πεδίου της μάχης από τον αέρα, όπως την είδε η κάμερα από βρετανικό αερόστατο κοντά στο Bécourt.
Στις 10:00 μ.μ. την 1η Ιουλίου, ο διοικητής του βρετανικού τέταρτου στρατού, υπολοχαγός Χένρι Ρόουλινζον, είχε δώσει εντολή να συνεχιστεί η επίθεση. Μέσα στην γενική σύγχυση και από λανθασμένες ειδήσεις κατά μήκος της μακράς ιεραρχίας οι Βρετανοί κάναν μέρες πολλές για να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της καταστροφής. Ο Χαιγκ ανέθεσε στον υπολοχαγός Χούμπερτ Γκοχ να αναλάβει το βόρειο τομέα, ενώ ο τέταρτος στρατός έλεγχε το νότιο τομέα. Ο Γκοχ αναγνώρισε την τραγωδία στον τομέα του και διέταξε τον άμεσο τερματισμό της επίθεσης - μέχρι τις 3 Ιουλίου.
Οι Βρετανοί αγνοούσαν επίσης και την μικρή επιτυχία τους στα νότια της οδού Albert-Bapaume, όπου είχαν κάνει μια κάποια πρόσβαση. Σήμερα ξέρουμε, ότι υπήρξε για έναν χρονικό διάστημα ένα μεγάλο απροστάτευτο άνοιγμα στο γερμανικό μέτωπο μεταξύ Ovillers και Longueval. Στις 3 Ιουλίου, μια αναγνωριστική περίπολος του 18ου (ανατολικό) τμήματος εισέβαλε δύο μίλια στο γερμανικό έδαφος χωρίς να βρει καμία αντίσταση ή να συναντήσει αμυντικές θέσεις. Δυστυχώς οι Βρετανοί άφησαν την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη και οι Γερμανοί κάλυψαν το κενό εγκαίρως.
Το δάσος του Mametz ήταν ακόμα έρημο μέχρι τις 3 Ιουλίου, αλλά ανακαταλήφθηκε από τους Γερμανούς τη επόμενη ημέρα και έμεινε υπό την επιρροή τους μέχρι τις 10 Ιουλίου όταν και το κατέλαβαν οι Εγγλέζοι μετά από δύο αιματηρές μάχες. Στη θέση High Wood και στο δάσος του Delville συνέχισαν να διαδραματίζονται πολλές αιματηρές μάχες, μέχρι που έπεσαν τελικά τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο μετά από πολλούς νεκρούς στα χέρια των Βρετανών. Τον Αύγουστο, ο Ρόουλονζον έγραψε περί της περιόδου 1-4 Ιουλίου:
Αυτές οι τέσσερις ημέρες κατά πάσα πιθανότητα θα μπορούσαν να μας είχαν επιτρέψει να κερδίσουμε την πλήρη κατοχή της εχθρικής τρίτης γραμμής υπεράσπισης, αφού εκείνη την περίοδο (οι Γερμανοί) ήταν μισοτελειωμένοι... Με αρρωσταίνει η σκέζη του »τι θα μπορεί να είχε γίνει«."
Χενρυ Ρόουλινζον
Ενώ οι Βρετανοί προσπαθούσαν ακόμα να ανασυγκροτήσουν τις επιθέσεις τους, οι Γάλλοι συνέχισαν τη γρήγορη κατάληψη εδάφους στα νότια του Σομμ. Οι κρίσιμες μέρες στην επίθεση ήταν η 3 και 4 Ιουλίου, όταν η δυνατότητα μιας σημαντικής νίκης φαίνονταν πραγματικά επιτεύξιμη. Η κατάσταση άρχισε όμως να αλλάζει γρήγορα υπέρ των Γερμανών. Το 20ό Σώμα των Γάλλων αναγκάστηκε να σταματήσει την κάθοδό του στα βόρεια προκειμένου να περιμένει τους Βρετανούς για να έρθουν και αυτοί. Λόγω της καθυστέρησης των Βρετανών όμως ξέσπασε αντίδραση ανάμεσα στον γαλλικό στρατό. Εν τω μεταξύ , οι Γάλλοι συνέχισαν τις επιθέσεις, και μέχρι το βράδυ της 3 Ιουλίου κατέλαβαν τις τοποθεσίες Frise, δάσος του Méréaucourt, Herbécourt, Buscourt, δάσος του Chapitre, Flaucourt και Asseviller, κάνοντας 8.000 Γερμανούς αιχμαλώτους, ενώ με την κατάληψη του οροπεδίου Flaucourt ο Foch κέρδισε ένα στρατηγικό σημείο για το βαρύ πυροβολικό προς ενίσχυση υποστήριξη του 20ού Σώματος στο βόρειο πεδίο της μάχης. Οι Γάλλοι συνέχισαν την επίθεσή τους και στις 5 Ιουλίου κατέλαβαν το Hem. Στις 8 Ιουλίου έπεσαν και οι θέσεις Hardecourt-aux-Bois και Monacu Farm (ένα πραγματικό οχυρό, που προστατεύονταν από μια ζώνη καμουφλαρισμένων πολυβόλων στο κοντινό έλος) ακολουθούμενα από τα Biaches, Maisonnette και το οχυρό Fortress Biaches στις 9 και 10 Ιουλίου.
Εντός δέκα έμμαχων ημερών, ο γαλλικός 6ος στρατός είχε κατορθώσει να διεισδύσει 10 χλμ σε μέτωπο σχεδόν 20 χλμ. Είχε καταλάβει ολόκληρο το οροπέδιο Flaucourt (από όπου υπεράσπισε την πόλη Péronne) κάνοντας 12.000 αιχμαλώτους, και καταλαμβάνοντας 85 πυροβόλα, 26 ναρκοβόλα, 100 πολυβόλα, και άλλο πυρομαχικό υλικό, όλα αυτά με ελάχιστες απώλειες. Για τους Βρετανούς, οι πρώτες δύο εβδομάδες της μάχης είχαν γίνει μια σειρά αποτυχιών. Από τις 3 έως τις 13 Ιουλίου, ο τέταρτος στρατός του Ρόουλινζον πραγματοποίησε 46 «επιθέσεις» με συνέπεια 25.000 θύματα, αλλά καμία σημαντική πρόοδο. Αυτό έκανε φανερή την διαφορά μεταξύ της στρατηγικής του Χαιγκ και των γαλλικών αντιστοίχων. Ενώ ο Χαιγκ είχε σκοπό να διατηρηθεί η συνεχής πίεση στον εχθρό, ο Τζόφρι και ο Foch προτίμησαν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και να προετοιμάσουν ένα ενιαίο, βαρύ χτύπημα.
Από μια συγκεκριμένη άποψη, η μάχη του Σομμ ήταν μια σημαντική στρατηγική επιτυχία για τους συμμάχους, αφού στις 12 Ιουλίου, ο Γερμανός Φάλκενχάιν διέκοψε την μάχη του Βερντέν λόγω της μάχης του Σομμ και της γενικής κατάστασης στον ανατολικό μέτωπο. Στον ποταμό Σομμ ο Γερμανικός στρατός του φον Μπίλο δεν θα ήταν σε θέση να υπομείνει τις συνεχείς βρετανική και γαλλική επιθέσεις χωρίς ενισχύσεις, αφού οι δυνάμεις των συμμάχων ήταν αριθμητικά τριπλάσιες των Γερμανών. Στις 19 Ιουλίου, οι γερμανικές δυνάμεις αναδιοργανώθηκαν με αρχηγούς τον φον Μπίλο και τον φον Γκάλλβιτζ. Ο φον Μπίλο διεύθυνε τον 1ο Γερμανικό Στρατό και ήταν αρμόδιος για το βόρειο μέτωπο, ενώ ο στρατηγός Μαξ φον Γκάλλβιτζ ήταν διοικητής του 2ου στρατού και κάλυπτε το νότιο μέτωπο. Επιπλέον, ο φον Γκάλλβιτζ έγινε διοικητής ομάδας στρατού, αρμόδιος και για τους δύο γερμανικούς στρατούς στο μέτωπο του ποταμού Σομμ. Στις 2 Ιουλίου, επτά γερμανικές μεραρχίες κατευθύνονταν στον ποταμό Σομμ για να ενισχύσουν το μέτωπο, ενώ άλλες επτά θα ακολουθούσαν την επόμενη εβδομάδα. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, οι Γερμανοί αντέταξαν 35 πρόσθετες μεραρχίες στο βρετανικό μέτωπο και άλλες επτά μεραρχίες στο γαλλικό μέτωπο. Οι εφεδρικές δυνάμεις των Γερμανών είχαν εξασθενήσει δραματικά, αφού τους είχε μείνει μόνο μια εφεδρική μεραρχία. Οι Βρετανοί αποσκοπούσαν στην εξασθένηση των Γερμανών και την αποδυνάμωση των μετώπων. Για αυτό το λόγο συνέχισαν τις επιθέσεις. Η πιο αιματηρή και αποτυχημένη από της μάχες που ακολούθησαν ήταν αυτή του Φρομέλλ στις 19 - 20 Ιουλίου, απέναντι του υψώματος Aubers Ridge στην τοποθεσία Artois. Θρήνησαν 7.080 Αυστραλούς και Βρετανούς στρατιώτες χωρίς να καταλάβουν κανένα έδαφος.

Η μάχη του Bazentin Ridge

Κύριο άρθρο: Μάχη του Bazentin Ridge
Στις 14 Ιουλίου (ημέρα της Βαστίλης στην Γαλλία), ο τέταρτος στρατός ήταν τελικά έτοιμος για να επαναλάβει την επίθεση στο νότιο τομέα. Η επίθεση, γνωστή ως μάχη του Bazentin Ridge, στόχευε στη κατάληψη της γερμανικής δεύτερης αμυντικής θέσης που εκτεινόταν κατά μήκος του λόφου της οροσειράς Bazentin Ridge, στην οδό Albert–Bapaume, το νοτιοανατολικό σημείο προς τα χωριά Guillemont και Ginchy. Οι στόχοι ήταν να καταληφθούν τα χωριά Bazentin le Petit, Bazentin le Grand και Longueval, τα οποίο ήταν δίπλα στο δάσος του Delville. Πέρα από αυτήν την γραμμή, στην αντίστροφη κλίση της κορυφογραμμής, βρίσκεται ένα άλλο δάσος, το High Wood.
Η 21η μεραρχία κάνει επίθεση στον Bazentin le Petit, 14 Ιουλίου 1916. Η κόκκινη διακεκομμένη γραμμή δείχνει το πεδίο της μάχης στις 9.00 π.μ.

Η 21η μεραρχία κάνει επίθεση στον Bazentin le Petit, 14 Ιουλίου 1916. Η κόκκινη διακεκομμένη γραμμή δείχνει το πεδίο της μάχης στις 9.00 π.μ.
Ιδιαίτερη αντίθεση σημειώνεται μεταξύ της προετοιμασίας και της εκτέλεσης αυτής της επίθεσης σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ενέργειες της 1ης Ιουλίου. Η επίθεση στην οροσειρά Bazentin έγινε από τέσσερις μεραρχίες σε ένα μέτωπο 5,5 χλμ με τα στρατεύματα να ξεκινάνε στις 3:25 π.μ. τα χαράματα μετά από έναν πεντάλεπτο βομβαρδισμό αιφνιδιασμού.
Ήδη κατά την διάρκεια του πρωινού, η πρώτη φάση της επίθεσης ήταν μια πλήρης επιτυχία, και όπως και την 1η Ιουλίου, το γερμανικό μέτωπο έσπασε. Αλλά και πάλι, όπως και την 1η Ιουλίου, οι Βρετανοί δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία. Στην προσπάθειά τους αυτή, πραγματοποιήθηκε η διασημότερη δράση του πολεμικού ιππικού στη μάχη του Σομμ, όταν οι το 7th Dragoon Guards και το 2nd Deccan Horse προσπάθησαν να καταλάβουν το δάσος του High Wood. Πιθανώς οι Βρετανοί να κατελάμβαναν το High Wood, αλλά οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να ανακτούν, και έτσι μετά την νύχτα της 14ης Ιουλίου, αναγκάστηκαν να αποσυρθούν την επόμενη ημέρα.
Οι Βρετανοί είχαν μια βάση στο High Wood και θα συνέχιζαν να το υπερασπίζονται για πολλές ημέρες, όπως και το δάσος του Delville και το γειτονικό Longueval. Δυστυχώς όμως, παρόλη την προσωρινή επιτυχία της 14ης Ιουλίου ακόμα δεν είχαν μάθει πώς να κερδίζουν τις μάχες στα χαρακώματα. Στη νύχτα της 22ας Ιουλίου, ο Ρόουλινζον διέταξε επίθεση χρησιμοποιώντας έξι μεραρχίες κατά μήκος του μήκους του μετώπου του 4ου στρατού που απέτυχε εντελώς. Οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να αλλάζουν την τακτική τους: αντί να πολεμάν στα χαρακώματα άρχισαν να σχηματίζουν ένα ευέλικτο σύστημα άμυνας έτσι ώστε να δυσκολεύουν το πυροβολικό που τους βομβάρδιζε.                http://users.sch.gr.http://www.onalert.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: